Ἀκοῦστε τήν ὁμιλία ἐδῶ:«Ποιός εἶναι ὁ Θεός καί ποιός ὁ ἄνθρωπος»
Πατερική Θεολογία, 16ο Μέρος
Ὁμιλία στίς 15-11-2014
Συνεχίζουμε μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ τήν Πατερική Θεολογία τοῦ π. Ἰωάννου τοῦ Ρωμανίδου καί ἔχουμε ἕνα κεφάλαιο πού ἐπιγράφεται: «Ποιός εἶναι ὁ Θεός καί ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος». Λέγαμε τήν προηγούμενη φορά ὅτι εἶναι βασικό – βασικότατο ἀξίωμα ἡ θέση -ἄς τό ποῦμε ἔτσι- τῶν Πατέρων, ὅτι δέν ὑπάρχει καμία ὁμοιότητα μεταξύ Θεοῦ καί κτισμάτων. Δέν ἔχουμε οὔτε λέξεις γιά νά περιγράψουμε τόν Θεό, οὔτε μποροῦμε μέ κάτι νά παρομοιάσουμε τόν Θεό. Ἄν τό κάνει αὐτό κανείς, τότε εἶναι στό δρόμο τῆς εἰδωλολατρίας. Οἱ εἰδωλολάτρες ταυτίζουν τόν Θεό μέ κάποια πράγματα, μέ κάποια εἴδωλα. Γι’ αὐτό καί οἱ ἀρχαῖοι εἰδωλολάτρες εἶχαν τά ἀγάλματα. Καί οἱ εἰκονομάχοι εἶχαν παρεξηγήσει τούς Ὀρθοδόξους κατηγορῶντας τους ὅτι εἶναι εἰδωλολάτρες, ἐπειδή προσκυνοῦν τίς εἰκόνες.
Ἀλλά δέν προσκυνοῦμε τίς εἰκόνες ὡς εἴδωλα, δέν ταυτίζουμε τήν εἰκόνα, τό ξύλο, μέ τόν Θεό, ἀλλά «ἡ τιμή ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει», ὅπως μᾶς εἶπε ὁ Μέγας Βασίλειος καί τό υἱοθέτησαν καί οἱ ἄλλοι Ἅγιοι Πατέρες τῆς 7ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Γιά ἄλλον λόγο τό εἶχε πεῖ ὁ Μέγας Βασίλειος ἀλλά τό υἱοθέτησαν καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες, γιά νά ἐκφράσουν τήν ἀλήθεια ὅτι, ὅταν κανείς προσκυνάει μιά εἰκόνα, δέν προσκυνάει τό χρῶμα, τό ξύλο, τό ὑλικό μέ τό ὁποῖο εἶναι κατασκευασμένη οὔτε τό ταυτίζει αὐτό τό ὑλικό μέ τόν Θεό, ἀλλά τιμᾶ τό εἰκονιζόμενο πρόσωπο. Θεωροῦμε ὅτι ὁ εἰκονιζόμενος εἶναι παρών στήν εἰκόνα του χαρισματικῶς, δηλαδή μέ τή θεία του χάρη. Γι’ αὐτό, ὅταν προσκυνοῦμε τήν εἰκόνα, εἶναι σάν νά προσκυνοῦμε τόν ἴδιο τόν εἰκονιζόμενο, τόν Χριστό μας, τήν Παναγία μας, ὅποιος εἶναι εἰκονιζόμενος καί ἐφόσον ἔχουμε δεκτικότητα, δηλαδή ταπείνωση, ἀγάπη καί καθαρότητα, μετέχουμε καί στή χάρη του καί ἁγιαζόμαστε. Γι’ αὐτό προσκυνοῦμε τίς ἅγιες εἰκόνες. Γιατί ἡ προσκύνησή τους μᾶς σώζει. Μᾶς ἁγιάζει αὐτό θά πεῖ μᾶς σώζει, μετέχουμε στή χάρη τοῦ εἰκονιζομένου, ὅταν, ἐπαναλαμβάνω, ἔχουμε τήν ἀνάλογη δεκτικότητα.
«Μεταξύ» λοιπόν «τῆς ἀκτίστου δόξης τοῦ Θεοῦ καί τῶν κτισμάτων», μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τῶν κτισμάτων, γιατί καί ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Θεός, «δέν ὑπάρχει καμία ὁμοιότητα. Ὅταν οἱ Πατέρες λένε ὅτι δέν γνωρίζουμε τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά γνωρίζουμε μόνο ὁρισμένες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, χρησιμοποιοῦν ἐδῶ τήν λέξη γνωρίζω, ἀλλά ὄχι ἀναλογικά, ὄχι δηλαδή μέ τήν συνήθη ἔννοια τῆς λέξεως γνωρίζω». Ἐμεῖς ὅταν λέμε γνωρίζω ἐννοοῦμε κάτι ἐγκεφαλικό, ὅτι τό καταλαβαίνω, ὅτι τό ἔχω στή μνήμη μου, τό ἐπεξεργάζομαι μέ τόν ἐγκέφαλό μου καί τό ἀποθηκεύω κάπου ἐκεῖ καί μετά λέμε ὅτι γνωρίζω τό τάδε πρόσωπο, ἔχω τήν τάδε γνώση. Δέν πρόκειται γιά αὐτό τό πράγμα. Ὅταν οἱ Πατέρες λένε γνωρίζω τόν Θεό, σημαίνει ἔχω ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, δηλαδή μετέχω στή ζωή τοῦ Θεοῦ.
«Ὅταν λέμε οἱ Ὀρθόδοξοι ὅτι γνωρίζουμε τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, δέν σημαίνει αὐτό ὅτι γνωρίζουμε τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ὅπως γνωρίζουμε τήν ἐνέργεια τῶν κτισμάτων. Ἡ γνῶσις τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ὅπως ἡ γνῶσις τῶν φυσικῶν ἐνεργειῶν». Τώρα, ἄς ποῦμε, ἔχουμε ἐδῶ ζέστη καί καταλαβαίνουμε ὅτι ὑπάρχει μία ἐνέργεια θερμική. Δέν εἶναι αὐτό ὁ Θεός. Δέν γνωρίζουμε ἔτσι τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Ὑπάρχει ἡ πυρηνική ἐνέργεια, ἡ φωτιστική, ἡ κινητική, ἡ βαρυτική, τά ὁποῖα οἱ ἐπιστήμονες, ἕνας βιολόγος, ἕνας φυσικός, ἕνας ἀστρονόμος, ἕνας ἀρχαιολόγος, μελετοῦν καί γνωρίζουν κάποια πράγματα, ἀλλά κτιστά πράγματα καί μιλοῦν γιά κτιστές ἐνέργειες. Δηλαδή γιά δημιουργήματα καί ὄχι γιά τό ἄκτιστο, δηλαδή γιά τόν Θεό.





