Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Η σωστή αντιμετώπιση των θλίψεων

 



Η σωστή αντιμετώπιση των θλίψεων
Πνευματικές εμπειρικές συμβουλές γύρω από τους πειρασμούς και τις θλίψεις
 Του Αγίου Ισαάκ του Σύρου
*Όπως πλησιάζουν τα βλέφαρα το ένα το άλλο, έτσι και οι πειρασμοί είναι κοντά στους ανθρώ­πους. Και αυτό το οικονόμησε ο Θεός να είναι έ­τσι, με σοφία, για να έχουμε ωφέλεια. για να κρού­εις δηλ. επίμονα, εξαιτίας των θλίψεων, τη θύρα του ελέους του Θεού και για να μπει μέσα στο νου σου, με το φόβο των θλιβερών πραγμάτων, ο σπό­ρος της μνήμης του Θεού, ώστε να πας κοντά του με τις δεήσεις, και να αγιασθεί η καρδιά σου με τη συνεχή ενθύμησή του. Και ενώ εσύ θα τον παρακα­λείς, αυτός θα σε ακούσει...

*Ο πορευόμενος στο δρόμο του Θεού πρέπει να τον ευχαριστεί για όλες τις θλίψεις που τον βρί­σκουν, και να κατηγορεί και να ατιμάζει τον αμελή εαυτό του, και να ξέρει ότι ο Κύριος, που τον αγα­πά και τον φροντίζει, δε θα του παραχωρούσε τα λυπηρά, για να ξυπνήσει το νου του, αν δεν έδειχνε κάποια αμέλεια. Ακόμη μπορεί να επέτρεψε ο Θεός κάποια θλίψη, διότι ο άνθρωπος έχει υπερηφανευθεί, οπότε ας το καταλάβει και ας μην ταραχθεί κι ας βρίσκει την αιτία στον εαυτό του, ώστε το κακό να μη γίνει διπλό, δηλ. να υποφέρει και να μη θέ­λει να θεραπευθεί. Στο Θεό που είναι η πηγή της δικαιοσύνης, δεν υπάρχει αδικία. Αυτό να μην περάσει από το νου μας.

*Μην αποφεύγεις τις θλίψεις, διότι βοηθούμε­νος απ' αυτές μαθαίνεις καλά την αλήθεια και την αγάπη του Θεού. Και μη φοβηθείς τους πειρα­σμούς, διότι μέσα από αυτούς βρίσκεις θησαυρό. Να προσεύχεσαι να μην εισέλθεις στους ψυχικούς πειρασμούς όσο για τους σωματικούς, να ετοιμάζε­σαι να τους αντιμετωπίσεις με όλη τη δύναμή σου, γιατί χωρίς αυτούς δεν μπορείς να πλησιάσεις το Θεό. Μέσα σ' αυτούς εμπεριέχεται η θεία ανάπαυ­ση. Όποιος αποφεύγει τους σωματικούς πειρασμούς, αποφεύγει την αρετή.

*Χωρίς πειρασμούς η πρόνοια του Θεού για τον άνθρωπο δε φανερώνεται, και είναι αδύνατο, χωρίς αυτούς, να αποκτήσεις παρρησία στο Θεό, και να μάθεις τη σοφία του αγίου Πνεύματος και, ακόμη, δε θα μπορέσει να στεριωθεί μέσα στην ψυχή σου ο θεϊκός πόθος. Προτού να έρθουν οι πειρασμοί, ο άνθρωπος προσεύχεται στο Θεό σαν ξένος. Από τότε όμως που θα εισέλθει σε πειρασμούς για την αγάπη του Θεού, και δεν αλλάξει γνώμη, έχει το Θεό, να πούμε, υποχρεωμένο απέναντί του, και ο Θεός τον λογαριάζει για γνήσιο φίλο του. Διότι πολέμησε και νίκησε τον εχθρό του, για να εκπληρώ­σει το θέλημα του Θεού.

*Ο Θεός δεν δίνει μεγάλο χάρισμα χωρίς να προηγηθεί μεγάλος πειρασμός γιατί ανάλογα με την σφοδρότητα των πειρασμών ορίσθηκαν τα χα­ρίσματα από τη σοφία του Θεού, την οποία όμως δεν καταλαβαίνουν συνήθως οι άνθρωποι. Από το μέγεθος των μεγάλων θλίψεων που σου στέλνει η πρόνοια του Θεού, καταλαβαίνεις πόση τιμή σου κάνει η μεγαλοσύνη του. Διότι ανάλογη με τη λύπη που δοκιμάζεις είναι και η παρηγοριά που δέχεσαι.

*Αν με ρωτήσεις ποια είναι η αιτία για όλα αυ­τά, σου απαντώ: Η αμέλεια σου. γιατί δε φρόντισες να βρεις τη γιατρειά τους. Η γιατρειά όλων αυτών είναι μία, και μ' αυτή ο άνθρωπος βρίσκει αμέσως στην ψυχή του την παρηγοριά που ποθεί. Και ποια λοιπόν είναι αυτή η γιατρειά; Είναι η ταπεινοφρο­σύνη της καρδιάς. Χωρίς αυτήν είναι αδύνατο να χαλάσεις το φράχτη των πειρασμών. απεναντίας μάλιστα βρίσκεις ότι οι πειρασμοί είναι ισχυρότε­ροι και σε εξουθενώνουν....

* Κατά το μέτρο της ταπεινοφροσύνης, σου δίνει ο Θεός και τη δύναμη να υπομένεις τις συμφορές σου. Και κατά το μέτρο της υπομονής σου, το βάρος των θλίψεών σου γίνεται ελαφρό και, έτσι, παρηγοριέσαι. Και όσο παρηγοριέσαι, τόσο η αγάπη σου προς το Θεό αυξάνει. Και όσο αγαπάς το Θεό, τόσο μεγαλώνει η χαρά που σου χαρίζει το άγιο Πνεύμα. Ο εύσπλαχνος Πατέρας μας, θέλοντας να βγάλει σε καλό τους πειρασμούς των πραγματικών του παιδιών, δεν τους παίρνει, παρά τους δίνει τη δύναμη να τους υπομείνουν. Όλα αυτά τα αγαθά (την παρη­γοριά, την αγάπη, τη χαρά) τη δέχονται οι αγωνι­στές ως καρπό της υπομονής, για να φτάσουν οι ψυ­χές τους στην τελειότητα. Εύχομαι ο Χριστός και Θεός μας να μας αξιώσει με τη χάρη του να υπομέ­νουμε την πίκρα των πειρασμών για την αγάπη του και με ευχαριστίες της καρδιάς μας. Αμήν.
                                                        *  *  *
*Οι άγιοι δείχνουν έμπρακτα την αγάπη τους στο Θεό με όσα υποφέρουν για το όνομά του, όταν δηλ. τους στέλνει στενοχώριες, χωρίς όμως να απο­μακρύνεται απ' αυτούς, γιατί τους αγαπά. Απ' αυτή την πάσχουσα αγάπη τους αποκτά η καρδιά τους παρρησία, ώστε να ατενίζουν προς αυτόν ελεύθερα και με την πεποίθηση ότι θα εισακουσθούν τα αιτή­ματά τους και θα εκπληρωθούν. Μεγάλη είναι η δύ­ναμη της προσευχής που έχει παρρησία. Γι' αυτό αφήνει ο Θεός τους αγίους του να δοκιμάσουν κάθε λύπη, για να αποκτήσουν πείρα και να βεβαιωθούν για τη βοήθειά του και για το πόσο προνοεί και νοιάζεται γι' αυτούς. Έτσι, αποκτούν σοφία και σύνεση από τους πειρασμούς, για να μη γίνουν α­μαθείς, καθώς θα τους λείπει η πνευματική άσκηση και στο καλό και στο κακό, και για να αποκτή­σουν, από τη δοκιμασία τους, τη γνώση όλων των πραγμάτων που χρειάζονται. γιατί, αλλιώς, θα παρασυρθούν από άγνοια και θα γίνουν καταγέλαστοι από τους δαίμονες. Διότι, αν γυμνάζονταν μόνο στα καλά και δεν είχαν την εμπειρία της πάλης με το κακό, θα πήγαιναν στον πόλεμο εντελώς άπειροι....


*Ο άνθρωπος δεν μπορεί να γευθεί και να εκτι­μήσει το καλό, αν προηγουμένως δε δοκιμάσει την πίκρα από τους πειρασμούς....

*Οι άνθρωποι τότε έρχονται σε αληθινή επίγνω­ση, όταν ο Θεός τους στερήσει τη δύναμή του και τους κάνει να συναισθανθούν την ανθρώπινη αδυ­ναμία, και τη δυσκολία που προκαλούν οι πειρα­σμοί, και την πονηριά του εχθρού, και με ποιον α­ντίπαλο έχουν να παλέψουν, και πόσο ασθενής εί­ναι η ανθρώπινη φύση τους, και πώς τους φυλάει η θεϊκή δύναμη, και πόσο προχώρησαν και προόδευ­σαν στην αρετή, και ότι χωρίς τη δύναμη του Θεού είναι ανίσχυροι μπροστά σε οποιοδήποτε πάθος. Κι αυτό το κάνει ο Θεός, για να αποκτήσουν, από όλες αυτές τις αρνητικές εμπειρίες, αληθινή ταπεί­νωση, και να πλησιάσουν κοντά του, και να περιμέ­νουν τη βέβαιη βοήθειά του, και να προσεύχονται με υπομονή. Και όλα αυτά από που θα τα μάθουν, παρά από την πείρα των πολλών θλίψεων τις ο­ποίες επιτρέπει ο Θεός και δοκιμάζουν; Αλλά και πίστη σταθερή αποκτά κανείς από τους πειρασμούς καθώς βεβαιώνεται για τη θεϊκή βοήθεια, που πολ­λές φορές βρίσκει στον αγώνα του....

*Οι αγωνιστές, λοιπόν, πειράζονται για να αυ­ξήσουν τον πνευματικό τους πλούτο. οι αμελείς, για να φυλαχθούν απ' ό,τι τους βλάπτει. οι κοιμισμένοι, για να ξυπνήσουν. οι απομακρυσμένοι, για να πλησιάσουν στο Θεό. και οι φίλοι του Θεού, για να εισέλθουν στον άγιο οίκο του με παρρησία. Ένας γιος, άβγαλτος στη ζωή, δεν μπορεί να διαχει­ρισθεί τον πλούτο του πατέρα του και να βοηθηθεί απ' αυτόν. Γι' αυτό λοιπόν, στην αρχή στέλνει δυσκολίες και βάσανα ο Θεός στα παιδιά του και, με­τά, τους φανερώνει τι τους χαρίζει. Δόξα τω Θεώ που, με πικρά φάρμακα, μας χαρίζει την απόλαυση της πνευματικής υγείας.

*Είναι κανείς που δε στενοχωριέται και δεν κουράζεται, ενόσω γυμνάζεται; Και είναι κανείς, στον οποίο να μη φαίνεται πικρός ο καιρός, που πί­νει το φαρμάκι των πειρασμών και των θλίψεων; Χωρίς, λοιπόν, να περάσει απ' αυτό το στάδιο δεν μπορεί να αποκτήσει ισχυρή κράση. Αλλά και η υ­πομονή στους πειρασμούς δεν είναι δική μας. Πώς μπορεί, αλήθεια, ο άνθρωπος, ένα πήλινο αγγείο, να βαστάζει μέσα του το νερό, αν δε το κάνει στέ­ρεο η θεϊκή φωτιά; Αν σκύψουμε το κεφάλι, τότε ό,τι καλό και ωφέλιμο ζητήσουμε από το Θεό στην προσευχή μας με ταπείνωση, με διαρκή πόθο και με υπομονή, όλα θα μας τα δώσει.

*Όπως τα μικρά παιδιά τρομάζουν από τα φοβε­ρά θεάματα, και τρέχουν και πιάνονται από τα φορέματα των γονέων τους, και ζητούν τη βοήθειά τους, έτσι και η ψυχή: όσο στενοχωριέται και θλίβεται α­πό το φόβο των πειρασμών, προστρέχει και κολλάει στο Θεό, και τον παρακαλεί με ακατάπαυτες δεή­σεις. Και όσο οι πειρασμοί πέφτουν επάνω της, ο έ­νας μετά τον άλλο, τόσο και παρακαλεί περισσότε­ρο. Αλλά όταν σταματήσουν και ξαναβρεί την ανά­παυσή της, συνήθως χάνει την επαφή της με την πραγματικότητα και απομακρύνεται από το Θεό.

*Οι θλίψεις και οι κίνδυνοι θανατώνουν την ηδυπάθεια, ενώ η καλοπέραση και η αδιαφορία την τρέφουν. Γι' αυτό και ο Θεός και οι άγιοι Άγγελοι χαίρονται στις θλίψεις και στις στενοχώριες μας, ε­νώ ο διάβολος και οι συνεργάτες του χαίρονται ό­ταν τεμπελιάζουμε και καλοπερνούμε.

*Άφησε λοιπόν τη φροντίδα σου στο Θεό, και σε όλες τις δυσκολίες σου κατάκρινε τον εαυτό σου, ότι εσύ ο ίδιος είσαι ο αίτιος για όλα...

*Όλες οι λυπηρές περιστάσεις και οι θλίψεις, αν δεν έχουμε υπομονή, μας διπλοβασανίζουν. Για­τί ο άνθρωπος με την υπομονή του διώχνει την πί­κρα των συμφορών, ενώ η μικροψυχία γεννά την α­πελπισία της κόλασης. Η υπομονή είναι μητέρα της παρηγοριάς. είναι μια δύναμη ψυχική, που γεν­νιέται από την πλατιά καρδιά. Αυτή τη δύναμη ο άνθρωπος δύσκολα τη βρίσκει πάνω στις θλίψεις του, αν δεν έχει τη θεία χάρη, που την αποκτά με την επίμονη προσευχή και με δάκρυα.

                                                           *  *  *
Οσίου Μάρκου του Ασκητού

*Οι θλίψεις προξενούν στους ανθρώπους τα α­γαθά, ενώ με την κενοδοξία και τις ηδονές προξενούνται τα κακά.

*Οι κατηγορίες των ανθρώπων προξενούν λύπη στην καρδιά, γίνονται όμως αφορμή καθαρισμού σε αυτόν που υπομένει.

*Εάν τυχόν ζημιώθηκες, κατηγορήθηκες και καταδιώχθηκες από κάποιον, μη σκέπτεσαι το πα­ρόν, αλλά βλέπε στο μέλλον. και τότε θα αντιληφθείς ότι αυτά σου έχουν προξενήσει πολλά καλά, όχι μόνο στην εδώ ζωή, αλλά και στην μέλλουσα και χωρίς τέλος....
*  Όπως στους αρρώστους είναι ωφέλιμα τα πι­κρά φάρμακα, έτσι και στους κακότροπους ανθρώ­πους. άλλους τους οδηγούν οι δοκιμασίες σε υγεία ψυχής και άλλους ετοιμάζει η αρρώστια για μετά­νοια.

*Όλα τα θλιβερά που σου συμβαίνουν στην πρόσκαιρη αυτή ζωή να τα συγκρίνεις με τα αγαθά της αιώνιας ζωής και δε θα σε βρει ποτέ αμέλεια στον αγώνα αυτής της ζωής....

*Αυτός που αποφεύγει θεληματικά τις θλίψεις, για την αλήθεια, θέλοντας και μη θα παιδευθεί σκληρά από την Θεία Πρόνοια.

*Είναι μεγάλη αρετή η υπομονή στις διάφορες δοκιμασίες που θα μας έλθουν και παράλληλα η α­γάπη σε εκείνους που μας μισούν....

*Αρετή χωρίς θλίψη είναι αδόκιμος επειδή έγι­νε χωρίς στενοχώρια.

*Στις θλίψεις επαναπαύεται ο Θεός, στις ανέ­σεις ο διάβολος που είναι ο αίτιος των κακών. Οι πειρασμοί πάντα ωφελούν αρκεί να τους υπομένου­με με καρτερία και με δοξολογία προς τον Θεό.

*Να αποφεύγεις τον πειρασμό με την υπομονή και με την προσευχή. Και αν θέλεις να αντισταθείς στον πειρασμό χωρίς αυτές, ο πειρασμός θα έλθει σκληρότερος κατεπάνω σου.

                                                          *  *  *

 Αρχιμ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου †1989

*Γεγονότα που φαίνονται τώρα ως συμφορές, αργότερα αποδεικνύονται ευλογίες Θεού.

*Εάν δεν υπήρχαν οι θλίψεις, δεν θα αναζητού­σαμε τον Παράδεισο.

*Τις θλίψεις πρέπει να τις δεχόμαστε όπως δε­χόμαστε την ταλαιπωρία μιας χειρουργικής επεμ­βάσεως, προκειμένου να εξασφαλίσουμε την υγεία μας. Ο πόνος ταπεινώνει τον άνθρωπο. και όσο αυ­τός ταπεινώνεται, τόσο πλησιάζει τον Θεό.

*Στις μεγάλες θλίψεις μόνο ο Θεός μπορεί να παρηγορήσει. Γι' αυτό, το καλύτερο είναι η προσ­ευχή και όχι τόσο οι λόγοι παρηγοριάς.


*- Ερώτησις: Γέροντα, γιατί επιτρέπει ο Θεός να υποφέρουν από φρικτές αρρώστιες δίκαιοι και ε­νάρετοι άνθρωποι;

*- Απάντησις: Για να καθαρισθούν και από τα ε­λάχιστα ίχνη των παθών τους και για να πάρουν μεγαλύτερο στεφάνι στον ουρανό. Εξάλλου αφού στον Υιό Του τον αγαπητό επέτρεψε να υποφέρει και να πεθάνει επί του Σταυρού, τί να πούμε για τους ανθρώπους, οι οποίοι, όσο άγιοι κι αν είναι, έ­χουν ρύπους και κηλίδες από αμαρτίες;

*«Η μεγαλύτερη άσκησης είναι να υπομένουμε αγόγγυστα όλα όσα έρχονται επάνω μας μέσα σ' αυτή την κοιλάδα του κλαυθμώνος. Ο δε απομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται».

*«Εάν υπομείνεις την θλίψη με μακροθυμία, μαρτυρείς την πιστότητά σου στον Χριστό, την αφοσίωσή σου στον Σωτήρα και την αγάπη σου σ' Αυτόν, ο Οποίος ανεστήθει εκ των  νεκρών και μας καλεί πλησίον Του».

*«Μην αφήνετε σε καμία περίπτωση την θλίψη να σας κυρίευση... Η κατάθλιψης είναι ο δήμιος που σκοτώνει την πνευματική ενεργητικότητα, που είναι αναγκαία για την υποδοχή του Αγίου Πνεύ­ματος μέσα στην καρδιά. Ένας καταθλιμμένος άν­θρωπος χάνει την δυνατότητα να προσεύχεται και είναι νεκρός για τους πνευματικούς αγώνες».

*Με απόλυτη εμπιστοσύνη να αναφωνούμε και να ζούμε το «Εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα».

"Λυτρωτικά εφόδια για την σωστή αντιμετώπιση των θλίψεων"
Εκδόσεις «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου - Διά τους πενθούντας

 



Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου - Διά τους πενθούντας
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Διά τους πενθούντας
... Και ο αμαρτωλός που πέθανε σ' όλη τη ζωή του καταπονήθηκε άσκοπα και ούτε μία ήμερα έζησε για τον εαυτό του, αλλά για την τρυφή, την ασέλγεια, την πλεονεξία, την αμαρτία, τον διάβολο. Αυτόν λοιπόν δεν θα θρηνήσουμε, πες μου- δεν θα προσπαθήσουμε να τον αρπάξουμε μέσα από τους κινδύνους; Διότι είναι δυνατό, αν θέλουμε, να γίνει ελαφριά η τιμωρία σ' αυτόν.
Αν λοιπόν κάνουμε συνεχείς προσευχές υπέρ αυτού, αν δίνουμε ελεημοσύνη• και αν ακόμα εκείνος είναι ανάξιος, ο Θεός θα δείξει το έλεός του σ' αυτόν. Αν και χάρη του Παύλου διέσωσε άλλους και για χάρη άλλων δείχνει ευσπλαχνία για άλλους, πώς δεν θα κάνει το ίδιο και για μας; Από τα χρήματα εκείνου από τα δικά σου, από όπου θέλεις, βοήθησε πρόσφερε λάδι, μάλλον σε νερό.
Δεν έχει δικές του ελεημοσύνες να επιδείξει; ας είναι συγγενικές. Δεν έχει να παρουσιάσει τις δικές του ελεημοσύνες; ας δείξει εκείνες που έγιναν γι' αυτόν. Έτσι η σύζυγός του με θάρρος θα παρακαλέσει το Θεό γι' αυτόν, εφόσον κατέθεσε λύτρο γι' αυτόν. Όσων περισσοτέρων αμαρτημάτων είναι υπεύθυνος, τόσο μεγαλύτερη ανάγκη από ελεημοσύνη υπάρχει γι' αυτόν. Όχι μόνο αυτό, αλλά διότι τώρα η ελεημοσύνη δεν έχει την ίδια δύναμη, αλλά πολύ μικρότερη. Διότι δεν είναι το ίδιο πράγμα να κάνει κάποιος ελεημοσύνη αυτός ο ίδιος και να κάνει αυτήν άλλος υπέρ αυτού. Όσο λοιπόν μικρότερη είναι αυτή, τόσο μεγαλύτερη κατά το ποσό ας την προσφέρουμε.
Ας μη ασχολούμαστε με σημεία τάφων και εντάφια. Προστάτεψε τις χήρες• αυτό είναι το σπουδαιότερο εντάφιο. Πες το όνομα- ζήτησε να κάνουν όλες τις δεήσεις και τις ικεσίες υπέρ αυτού- θα εξευμενίσει, αυτό το Θεό, αν και δεν έγινε απ' αυτόν η ελεημοσύνη, αλλά άλλος γίνεται αίτιος ελεημοσύνης γι' αυτόν. Και αυτό είναι νόμος της φιλανθρωπίας του Θεού. Χήρες, που στέκονται γύρω και κλαίνε, όχι μόνο από τον παρόντα, αλλά και από τον μέλλοντα θάνατο μπορούν να διασώσουν κάποιον. Πολλοί άνθρωποι ωφελήθηκαν από τις ελεημοσύνες που έγιναν από άλλους. Διότι αν και όχι τελείως, όμως βρήκαν κάποια παρηγοριά- διότι εάν δεν συμβαίνει αυτό, πώς σώζονται τα παιδιά; αν και αυτά βέβαια, τίποτε δεν συνεισφέρουν, αλλά οι γονείς συνεισφέρουν το παν και στις γυναίκες πολλές φορές χαρίσθηκαν παιδιά, που δεν πρόσφεραν αυτά τίποτε. Πολλούς δρόμους μάς έχει δώσει ο Θεός για τη σωτηρία μας, μόνο να μην αμελούμε. (Πράξ. 9, 26-43).
* * *
...Δεν γίνονται άσκοπα οι προσφορές γι' αυτούς που πέθαναν, ούτε οι ικεσίες, ούτε οι ελεημοσύνες• όλα αυτά το Πνεύμα τα διέταξε, θέλοντας να ωφελούμαστε εμείς μεταξύ μας. Διότι πρόσεχε. Ωφελείται εκείνος με τη βοήθεια σου, ωφελείσαι συ εξ αιτίας εκείνου- περιφρόνησες τα χρήματα, αφού αποφάσισες να επιτελέσεις κάτι το σπουδαίο-  και εσύ έγινες αίτιος της σωτηρίας αυτού, και εκείνος για σένα έγινε αίτιος ελεημοσύνης. Να μη αμφιβάλλεις, ότι θα αποκομίσεις κάποια ωφέλεια. Δεν αναφωνεί άσκοπα ο διάκονος "υπέρ εκείνων που έχουν κοιμηθεί εν Χριστώ, και υπέρ εκείνων που κάνουν το μνημόσυνο γι' αυτούς"- δεν είναι ο διάκονος εκείνος, που αναφωνεί αυτά, αλλά το Πνεύμα το άγιο - αυτό δε εγώ το λέγω χάρισμα. Τι λέγεις; Στα χέρια του είναι η θυσία και όλα βρίσκονται ενώπιόν του τακτοποιημένα- παραβρίσκονται άγγελοι, αρχάγγελοι, παραβρίσκεται ο Υιός του Θεού- με τόση φρίκη στέκονται όλοι-  παραστέκονται εκείνοι ψάλλοντας, ενώ όλοι σιγούν και νομίζεις ότι τυχαία γίνονται όλα τα τελούμενα; Λοιπόν και τα άλλα, γίνονται τυχαία και τα υπέρ της εκκλησίας και τα υπέρ των ιερέων προσφερόμενα και τα υπέρ του πληρώματος της εκκλησίας; μακριά μια τέτοια σκέψη, αλλά όλα γίνονται με πίστη. (Πράξ. 9, 26-43).
* * *
... Γνωρίζοντας αυτά, ας επινοούμε όσες μπορούμε παρηγοριές γι' αυτούς που πέθαναν αντί για δάκρυα, για θρή-νους και για μνημεία, τις ελεημοσύνες, τις ευχές, τις προσφορές, για να επιτύχουν και εκείνοι και εμείς τα αγαθά που έχει υποσχεθεί ο Κύριος... Αμήν.

... Δεν είναι αυτά δείγματα συμπαθείας προς τον απελθόντα, αλλά ματαιοδοξίας- διότι, εάν θέλης να δείξης συμπόνοια διά τον αποθανόντα, σού δείχνω άλλην οδόν κηδείας και σε συμβουλεύω να τον ενδύης με ενδύματα που ανασταίνονται μαζί με αυτόν και τον καθιστούν λαμπρόν διότι αυτά τα ενδύματα ούτε από τον σκόρον φθείρονται ούτε από τον χρόνον καταστρέφονται ούτε από τους τυμβωρύχους κλέπτονται. Ποία λοιπόν, είναι αυτά; Η ενδυμασία της ελεημοσύνης- διότι αυτή η στολή ανασταίνεται μαζί με αυτόν καθ' όσον η σφραγίς της ελεημοσύνης είναι μαζί με αυτόν. Από αυτά τα ενδύματα λάμπουν εκείνοι που θα ακούσουν τότε- "Με είδατε πεινασμένον και με εθρέψατε", αυτά τους καθιστούν σπουδαίους, αυτά περιφανείς, αυτά ασφαλείς.

Πηγη: Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Περί ελεημοσύνης, περί μετανοίας και διά τους πενθούντας

Εκόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»
Θεσσαλονίκη

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

Ο θρίαμβος του Αναστάντος

 



Ο θρίαμβος του Αναστάντος
Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ
Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής του Πάσχα
(Πράξ. Αποστ. Α΄1-8)
       Πάσχα! Πάσχα Κυρίου Πάσχα, αδελφοί! Ανάστασις Κυρίου Ιησού Χριστού!
Και για τον λόγο αυτό, η χαρά μας είναι ασυγκράτητη. Την διαλαλούμε δε και την κηρύσσουμε στα πέρατα της οικουμένης. Συμψάλλουμε με την θριαμβεύουσα εν ουρανοίς Εκκλησία τον παιάνα της Νίκης «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος»!
Γι' αυτό ακριβώς το θεμελιώδες γεγονός της πίστεώς μας, κάνει λόγο και το Αποστολικό ανάγνωσμα. Γράφει ο Έλληνας Ευαγγελιστής Λουκάς στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων ότι ο Κύριος Ιησούς, προ της Αναλήψεώς του στους ουρανούς «παρέστησεν εαυτόν ζώντα μετά το παθείν αυτόν εν πολλοίς τεκμηρίοις», στους μαθητές του. (Πράξ. Αποστ. Α΄3).
Δηλ. ο Αναστάς Κύριος, τους παρουσίασε τον εαυτόν του ζώντα μετά το πάθημα του Σταυρού. Και το θαυμαστό είναι ότι αυτό έγινε με πολλές αποδείξεις. Εμφανιζόταν ο Κύριος «δι ημερών τεσσαράκοντα». 
Επί σαράντα ημέρες, κατά διαλείμματα τους έλεγε περί της βασιλείας του Θεού. Και τους ετόνιζε ότι «ου μετά πολλάς ταύτας ημέρας» θα βαπτισθούν «εν Πνεύματι Αγίω».(Πράξ. Απ. Α΄5). Θα λάβουν δηλ. το Πνεύμα το Άγιον, και αφού δεν είναι δικό τους θέμα το να γνωρίζουν τους «χρόνους ή τους καιρούς ους ο πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία» (Πράξ. Απ. Α΄7), δηλ. περί των εσχάτων, τους δίνει την ευλογημένη εντολή να γίνουν «μάρτυρες εν τε Ιερουσαλήμ και εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία και έως εσχάτου της γης» (Πράξ. Απ. Α΄8). Δηλαδή τους είπε ότι θα λάβετε ενίσχυση και δύναμη, όταν έλθει επάνω σας η χάρις του Παναγίου Πνεύματος και θα είστε μάρτυρες του βίου μου και της διδασκαλίας μου και στον χώρο της Ιερουσαλήμ και της Ιουδαίας και Σαμαρείας, αλλά και έως το έσχατον και το πλέον απομεμακρυσμένο σημείο της γης.
Φυσικά όλ' αυτά που είπε ο Αναστάς Κύριος πραγματοποιήθηκαν, αλλά και θα πραγματοποιούνται προς δόξαν του Τριαδικού Θεού έως το τέλος της Ιστορίας. Ουδέποτε θα παύσει να κηρύσσεται η ένδοξος Ανάστασις του Χριστού «έως εσχάτου της γης», προς πείσμα των δαιμόνων.
Τι κι αν κατά καιρούς φαίνεται ότι σε ορισμένα σημεία του κόσμου κυριαρχούν οι σκοτεινές δυνάμεις του Άδου; Όχι μόνο δεν εμποδίζουν την αλήθεια της Ευαγγελικής διδαχής και την πραγματικότητα της Αναστάσεως, αλλ΄όλως αντιθέτως, η ίδια η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι δίχως να το θέλουν, κατορθώνουν το εντελώς αντίθετο.
Κλασσικό πλέον παράδειμα τούτου, για την γενεά μας την «μοιχαλίδα και αμαρτωλόν» αποδείχθηκε ο θρίαμβος της Εκκλησίας του Χριστού στα πρώην κουμουνιστικά κράτη.
Εκεί που φαινόταν ότι είχε τον θρόνο του, το αιμοβόρο θηρίο του αθεϊσμού και του απαίσιου και ξεπερασμένου πλέν μαρξισμού, στην Μόσχα, εκεί δηλαδή ακριβώς που φαινόταν να κυριαρχούσε η άρνηση της Αναστάσεως, εκεί ήταν που υπέστη και τον εξευτελισμόν του. Διαλύθηκε εις τα εξ' ων συνετέθη, και στους ίδιους χώρους τώρα κτίστηκε από την επίσημη Ρωσική κυβέρνηση ο μεγαλοπρεπής Ορθόδοξος Ναός του Σωτήρος Χριστού!
Εκεί που οι ανόητοι αντίχριστοι ετύπωναν το περιοδικό «Άθεος» για να χτυπήσουν την πίστη των Χριστιανών, εκεί τώρα οι Αρχές και οι εξουσίες τη νύκτα της Αναστάσεως θα κοινωνήσουν το Σώμα και το Αίμα του Αναστάντος Χριστού! Εκεί που υπήρχε ο πάγος και η βουβαμάρα του διωγμού, τη νύχτα της Αναστάσεως, και όχι μόνον, οι πελώριες καμπάνες του Κρεμλίνου θα μεταφέρουν πανηγυρικώς τον θρίαμβο της Αναστάσεως, έως τις εσχατιές της αχανούς αυτής χώρας. Θα μεταφέρεται το ζεστό και γλυκό, συνάμα δε και λαμπρό μήνυμα της Αναστάσεως, έως εκεί που μέχρι προσφάτως υπήρχαν τα αλήστου μνήμης γκουλάγκ. Τα πλέον σκληρά και φρικτά στρατόπεδα συγκεντρώσεως, στα οποία εγκλείονταν τα τέκνα του φωτός και της Αναστάσεως, για να περάσουν από κει στο φωτεινό χώρο των Αγίων, και για να ικετεύσουν τον Θεό υπέρ των δεινώς χειμαζομένων και δεδιωγμένων αδελφών τους (Αποκάλυψις ΣΤ΄10).
Αλλά τι να πρωτοπεί κανείς για τις ιστορικές και αδιαμφισβήτητες πλεόν αυτές αλήθειες; Πού να πρωτοσταθούμε, και πού να εστιάσουμε το βλέμμα μας; Να ανοίξουμε την τραγική, συνάμα δε και τόσο λαμπερή σελίδα, όσον αφορά τη δύναμη της Αναστάσεως; Να ανοίξουμε την μαύρη βίβλο της γειτονικής μας Αλβανίας, ή με κομμένη την ανάσα να ατενίσουμε σε τόσα άλλα μέρη της πονεμένης Ρωμιοσύνης, και της όπου γης Εκκλησίας του Χριστού, δηλ. της Ορθοδοξίας μας;
«Επιλήψει με διηγούμενον ο χρόνος».
Αναμφιβόλως, για όσους διαθέτουν τον κοινόν νουν και θέλουν να είναι ελεύθερες προσωπικότητες, όλα αυτά είναι ακαταμάχητες αλήθειες, «εν πολλοίς τεκμηρίοις». Αλήθειες για το ότι ο Χριστός «εξήλθε νικών και ίνα νικήση»! (Αποκάλ.ΣΤ΄2).
Και τονίζουμε αδελφοί μου τον «κοινόν νουν» και το «ελεύθερον της προσωπικότητος», κυρίως δε της ορθοδόξου και δη Ελληνικής Χριστιανικής προσωπικότητας.                    
Ας μη λησμονούμε δε ότι το φως της Αναστάσεως για όσους συνειδητά το αρνούνται ή νομίζουν ότι μπορούν να «παίξουν» με τον Ιησού, γίνεται «πυρ καταναλίσκον» αφού «φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος» κατά τον αψευδή λόγο του Θεού, αλλά και όπως αποδεικνύει η ίδια η ζωή που είναι η αδιάψευστη πραγματικότητα.
Αδελφοί μου. Ζούμε και θα ζούμε προς δόξαν Θεού, πάντα και για πάντα, το φως, την χαρά, την ευωδία, τον θρίαμβο και την αιώνια νίκη του Αναστάντος Κυρίου ημών Ιησού Χριστού!
Χριστός Ανέστη-Αληθώς Ανέστη!

Αμήν.
Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
Email:
ioil.konitsa@gmail.com 

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΙΕΡΕΩΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ Ο. ΑΘΑΝΑΣΟΥΛΙΑ


ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ
ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ΙΕΡΕΩΣ
ΣΩΤΗΡΙΟΥ Ο. ΑΘΑΝΑΣΟΥΛΙΑ

Ὅπως εἶναι γνωστό, στήν περίοδο τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων συζητήθηκαν εὑρύτατα καί ἔλαβαν τήν ὁριστική τους μορφή καί διατύπωση τά δύο θεμελιώδη δόγματα τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, τό τριαδικό καί τό χριστολογικό. Ὡστόσο, κατά τήν περίοδο αὐτή δέν συζητήθησαν μόνο αὐτά τά δύο δόγματα, ἀλλά καί διάφορες ἄλλες ὄψεις τῆς ἀληθείας περί τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες δέν συνδέονται ἄμεσα, ἐκ πρώτης ὄψεως τουλάχιστον, μέ τό τριαδικό καί μέ τό χριστολογικό δόγμα, οὔτε οἱ συζητήσεις γι’ αὐτά ἔλαβαν εὑρύτατες διαστάσεις. Τό σημαντικότερο ζήτημα, πού ἀπασχόλησε τήν Ἐκκλησία στήν περίοδο αὐτή, χωρίς ἄμεση σύνδεση μέ τά προαναφερθέντα δόγματα, ἦταν τό δόγμα τῆς σωτηρίας. Τό ζήτημα τῆς σωτηρίας, δηλαδή τό ἐρώτημα σχετικά μέ τό πῶς σώζεται ὁ ἄνθρωπος, τέθηκε κυρίως στή Δύση, ὅπου διαμορφώθηκαν κατά τόν δ' - ε' μ.Χ. αἰ. δύο μή ὀρθόδοξες θεωρήσεις του.

Τήν πρώτη ἀπό αὐτές διατύπωσε ὁ αἱρεσιάρχης Πελάγιος (+420), ὁ ὁποῖος περιόριζε τό προπατορικό ἁμάρτημα μόνο στούς Πρωτοπλάστους, ἀρνούμενος τήν κληρονομική μετάδοσή του. Κατά τόν Πελάγιο, οἱ ἀπόγονοι τῶν Πρωτοπλάστων δέν εἶναι ἔνοχοι στό προπατορικό ἁμάρτημα, τό ὁποῖο ἐχρησίμευσε σ’ αὐτούς μόνο ὡς κακό παράδειγμα. Ἑπομένως, τό Βάπτισμα παρέχει ἄφεση μόνο τῶν προσωπικῶν ἁμαρτιῶν μας καί ὄχι τῆς προπατορικῆς καί, κατά συνέπειαν, τό Βάπτισμα τῶν νηπίων δέν εἶναι ἀναγκαῖο. Ἀφοῦ τό προπατορικό ἁμάρτημα δέν κληρονομεῖται, δέν ἔχει καμία ἐπίδραση πάνω στόν ἄνθρωπο καί δέν ἐπέφερε ἐξασθένηση τῶν φυσικῶν δυνάμεών του. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος διαθέτει ὅλες τίς δυνάμεις καί δυνατότητες γιά τήν σωτηρία του, μέ τίς ὁποῖες καί μόνο μπορεῖ νά σωθῇ, καί μάλιστα κάνοντας χρήση τοῦ αὐτεξουσίου του. Ὁ Πελάγιος πίστευε στή δυνατότητα αὐτοσωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου καί στήν ἀπόλυτη δυνατότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης γιά δικαίωση, μόνο μέ τή δύναμη τῆς ἐλεύθερης βούλησης καί χωρίς τή Θεία Χάρη καί τή συνεργία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ Θεία Χάρη ἐνεργεῖ μόνο ἐπικουρικά στή σωτηρία, κυρίως μέσῳ τῆς διδασκαλίας καί τοῦ παραδείγματος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός ἀποτελεῖ τό καλό παράδειγμα, τό ὁποῖο ἀντισταθμίζει τό κακό παράδειγμα τοῦ Ἀδάμ. Συνεπῶς, ἀπόλυτος προορισμός δέν ὑπάρχει, ἀλλά ἰσχύει ἡ ἀπόλυτη ἐλευθερία τῆς βουλήσεως. Ὁ σημαντικότερος ἀπό τούς ὁπαδούς τοῦ Πελαγίου, ὁ Καιλέστιος (+427), ξεπέρασε τόν δάσκαλό του, ἰσχυριζόμενος ὅτι ὁ Ἀδάμ ἦταν φύσει θνητός, ὅτι ὁ θάνατος εἶναι κάτι φυσικό στόν ἄνθρωπο καί ὅτι ὁ νηπιοβαπτισμός δέν παρέχει ἄφεση ἁμαρτιῶν.
Ἐναντίον τοῦ Πελαγιανισμοῦ προκλήθηκαν ἔντονες ἀντιδράσεις στή Δύση. Στήν Καρχηδόνα συνεκλήθη τοπική Σύνοδος τό 411, ἡ ὁποία καταδίκασε τίς ἑπόμενες πελαγιανικές θέσεις: α) Ὁ Ἀδάμ δημιουργήθηκε θνητός καί, κατά συνέπειαν, θά ἀπέθνησκε εἴτε ἁμάρτανε, εἴτε ὄχι. β) Ἡ ἁμαρτία τοῦ Ἀδάμ ἔβλαψε μόνο τόν ἴδιο καί ὄχι ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος. γ) Τά νήπια εἶναι στήν ἴδια κατάσταση, στήν ὁποία ἦταν ὁ Ἀδάμ πρίν τήν πτώση του. δ) Οὔτε μέ τόν θάνατο ἤ μέ τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ ἀποθνήσκει ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος, οὔτε μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἀνίσταται ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος. ε) Ὁ νόμος ὁδηγεῖ στήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, κατά τόν ἴδιο τρόπο μέ τό εὐαγγέλιο. στ) Καί πρίν τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρξαν ἄνθρωποι χωρίς ἁμαρτίες. Ἄλλη Σύνοδος στήν Καρχηδόνα τό 418 καταδίκασε ἐκ νέου τόν Πελαγιανισμό, καί ἐξέδωσε ὀκτώ σχετικούς κανόνες.
Ὡστόσο, ἡ ἐπίσημη καταδίκη τοῦ Πελαγιανισμοῦ ἔγινε στήν Γ' Οἰκουμενική Σύνοδο στήν Ἔφεσο τό 431, ἡ ὁποία μέ Συνοδική Ἐπιστολή της πρός τόν Πάπα Ῥώμης Καιλεστῖνο (422-432), καθώς καί μέ τούς κανόνες της α' καί δ' καταδίκασε τήν αἵρεση τοῦ Πελαγίου, χωρίς ὅμως νά προβεῖ σέ θετική διατύπωση τοῦ ὀρθόδοξου δόγματος γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Σύνοδος ἀρκέσθηκε στίς διατυπώσεις τῶν Συνόδων τῆς Καρχηδόνος, ἐπικυρώνοντας καί τίς ἀποφάσεις τους[1].

*     *     *

Ἡ δευτέρη ἀπό τίς παραπάνω μή ὀρθόδοξες ἀντιλήψεις γιά τή σωτηρία ἀνάγεται στόν ἱερό Αὐγουστῖνο (354-430) καί συνδέεται μέ τή διδασκαλία του γιά τόν ἀπόλυτο προορισμό. Ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος φαίνεται νά δεχόταν, σύμφωνα μέ τίς σωζόμενες πηγές τουλάχιστον, τήν πλήρη ἀνικανότητα τῆς ἐλεύθερης βούλησης τοῦ ἀνθρώπου νά ἐπιλέγει καί νά πράττει τό καλό καί, κατά συνέπειαν, νά σώζεται. Πίστευε ὅτι, ἐξ αἰτίας τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς πτώσης τῶν Πρωτοπλάστων, κάθε ἄνθρωπος ἀπώλεσε τή δυνατότητα νά σωθεῖ μέ τίς δικές του δυνάμεις, παρέμεινε δέ ἐντός του μόνο ἡ δυνατότητα νά δεχθεῖ τή σωτηρία ἐξωτερικά, προσφερόμενη ἀπό κάποιον ἄλλο. Ἡ σωτηρία εἶναι ἔργο τῆς Θείας Χάρης, ἀλλά, ἀφοῦ δέν σώζονται ὅλοι, συνεπάγεται ὅτι ὑπάρχει γιά τούς σωζομένους ἀπόλυτος προορισμός. Ἡ Θεία Χάρη παρέχεται σ’ αὐτούς καί ἐνεργεῖ «ἀκαταγωνίστως» («irresistibilis»), ἐνεργεῖ δηλαδή καταναγκαστικά, χωρίς νά ὑπάρχει δυνατότητα νά ἀποκρουσθεῖ. Ἐνεργεῖ, βέβαια, ὄχι χωρίς τή θέληση τοῦ ἀνθρώπου, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἐκείνη παρασκευάζει καί γεννᾶ σ’ αὐτόν τή θέληση. Τούς μή σωζομένους δέν τούς ἔχει προορίσει ὁ ἴδιος ὁ Θεός γιά τήν ἀπώλεια, ἀλλ' ἁπλῶς τούς ἀφήνει νά καταλήξουν μόνοι τους στήν καταδίκη ἤ στήν ἀπώλεια, γιά τήν ὁποία οὕτως ἤ ἄλλως εἶναι ἄξιοι. Καί αὐτό, ὅμως, εἶναι οὐσιαστικά προορισμός ἀκόμη καί γιά τούς μή σωζομένους, κάτι τό ὁποῖο ὁμολογεῖ κάποιες φορές καί ὁ ἴδιος ὁ Αὐγουστῖνος[2].
Ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος (354-430), ἐπίσκοπος Ἰππῶνος. Κορυφαία μορφή τοῦ Χριστιανισμοῦ στή Δύση. Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας, ἄν καί ἔσφαλε σέ κάποια σημεῖα τῆς διδασκαλίας του.
Γιά νά ἀποφύγει ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος τά ὀλέθρια ἀποτελέσματα, πού προκύπτουν ἀναγκαστικά ἀπό τήν ἀντίληψη αὐτή γιά τήν πρακτική ζωή τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἡ ἀπελπισία, ἡ ἐπίδοση στήν ἁμαρτία κ.τ.λ., παρατηρεῖ ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά γνωρίζει σέ τί εἶναι προορισμένος, παραπέμπει δέ στίς ἀνεξερεύνητες βουλές τοῦ Θεοῦ τό γεγονός ὅτι ὁ Θεός διαφορετικά ἐνεργεῖ γιά τούς μέν καί διαφορετικά γιά τούς δέ καί ζητεῖ τήν ἐμπιστοσύνη στή δικαιοσύνη, τήν πανσοφία καί τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ[3]. Ὡστόσο, οἱ παραπάνω ἀντιλήψεις ἔχουν ὡς ἀναγκαία συνέπεια τό ὅτι ὁ Θεός εἶναι, τελικά, ἡ ἔσχατη αἰτία τοῦ κακοῦ.
Ἡ περί σωτηρίας διδασκαλία τοῦ Αὐγουστίνου δέν καταδικάστηκε ἐπίσημα ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὅπως ἡ ἀντίστοιχη τοῦ Πελαγίου, εἶναι, ὅμως, γεγονός ὅτι καί αὐτή κινεῖται ἐκτός τῶν ὁρίων τῆς ὀρθόδοξης περί σωτηρίας ἀντίληψης. Ἡ αὐγουστίνεια περί σωτηρίας ἀντίληψη ἐπικράτησε προοδευτικά στή Δύση καί καλλιεργήθηκε κάτω ἀπό ἰδιαίτερες ἱστορικές συνθῆκες. Στά βασικά της σημεῖα υἱοθετήθηκε ἀπό τούς Φράγκους ἀπό τόν στ' μ.Χ. αἰ., οἱ ὁποῖοι, μαζί μέ ἄλλες αἱρετικές ἀντιλήψεις πού ἀποδέχθηκαν ἤ ἐπινόησαν, προκάλεσαν τήν ἀπομάκρυση τῆς Δύσης ἀπό τήν κοινή Παράδοση τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, μέ ἀναγκαία κατάληξη τό Μέγα Σχίσμα τοῦ 1054. Σ’ αὐτή τή διδασκαλία βασίστηκαν μεταγενέστερα κάποιες ἄλλες, ἐντελῶς ξένες πρός τήν ὀρθόδοξη, θεωρήσεις τοῦ περί σωτηρίας δόγματος στή Δύση, κάποιες ἀπό τίς ὁποῖες ὑφίστανται μέχρι σήμερα. Ἀντίθετα, οἱ θεωρήσεις αὐτές παρέμειναν ἄγνωστες στήν Ἀνατολή, ἡ ὁποία ἦταν πάντοτε σταθερά προσηλωμένη στήν ὀρθόδοξη περί σωτηρίας ἀντιλήψη, τήν ὁποία θά δοῦμε στή συνέχεια[4]. Ὡστόσο, δέν ἔλλειψαν καί στή Δύση φωνές ἐναντίον τῶν παραπάνω ἀντιλήψεων τοῦ Αὐγουστίνου. Χαρακτηριστικά, ὁ Βικέντιος ὁ ἐκ Λειρίνης (+ περί τό 450) ὁρίζει τήν Παράδοση ὡς «ὅ,τι πανταχοῦ, πάντοτε καί ὑπό πάντων ἐπιστεύθη» («quod ubique, quod semper, quod ab omnibus creditum est»[5]), μέ βάση δέ αὐτή τήν ἀρχή, ἡ διδασκαλία τοῦ Αὐγουστίνου δέν ἀνήκει στήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί, κατά συνέπειαν, εἶναι ἀπορριπτέα. Ὁ Πελαγιανισμός, ἀντίθετα, σύντομα ἐγκαταλήφθηκε στή Δύση, ἡ ὁποία ἔδειξε ζωηρό ἐνδιαφέρον γιά τήν καταδίκη του. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι μέχρι σήμερα ἡ Δύση, ἔχοντας τίς αὐγουστίνειες περί σωτηρίας προκαταλήψεις, βλέπει στήν Ὀρθόδοξη Πατερική Θεολογία ἕνα εἶδος κρυπτοπελαγιανισμοῦ[6].

*     *     *

Κρίνοντας τίς παραπάνω περί σωτηρίας ἀντιλήψεις τοῦ Πελαγίου καί τοῦ Αὐγουστίνου, παρατηροῦμε κατ’ ἀρχήν ὅτι καί οἱ δύο ἔχουν ὡς βάση καί ἀφετηρία τους τόν ἄνθρωπο καί τήν ἀνθρώπινη βούληση εἰδικότερα, γιά τήν προσέγγιση καί κατανόηση τῆς ἀνθρώπινης πτώσης καί σωτηρίας (ἀνθρωποκεντρική κατανόηση τοῦ σχήματος: πτώση - σωτηρία). Ὡστόσο, κατά τήν Ὀρθοδόξη Παράδοση, ἐκτός ἀπό τήν ἀνθρώπινη βούληση, ὑπάρχει καί ἕνας ἄλλος παράγοντας, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ κλειδί γιά τήν κατανόηση αὐτοῦ τοῦ σχήματος καί ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ἐπενέργεια τοῦ διαβόλου στήν ἀνθρώπινη πτώση καί σωτηρία. Ὄντως, τόσο κατά τή σχετική διήγηση τῆς Γένεσης[7], ὅσο καί κατά τή μαρτυρία τῆς Πατερικῆς Παράδοσης, ἀλλά καί τῆς Ὀρθόδοξης ἐκκλησιαστικῆς ὑμνολογίας, ὁ ἄνθρωπος ἐξέπεσε τοῦ Παραδείσου «φθόνῳ διαβόλου ἀπατηθείς»[8], ἡ δέ σωτηρία του περιγράφεται συνήθως ὡς «ἀγών», «πάλη» ἤ καί «πόλεμος» ἐναντίον τοῦ διαβόλου. Ἀντίθετα, στίς περί σωτηρίας ἀντιλήψεις τοῦ Πελαγίου καί τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου ἀπουσιάζει κάθε λόγος καί ἀναφορά στόν ῥόλο τοῦ διαβόλου στό γεγονός τῆς πτώσεως καί τῆς σωτηρίας. Ὁ Αὐγουστῖνος συμφωνεῖ μέ τόν Πελάγιο στό ὅτι τό προπατορικό ἁμάρτημα εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς βούλησης τοῦ ἀνθρώπου ἀποκλειστικά[9], καί ὄχι ἀποτέλεσμα τῆς συνεργασίας τῆς ἀνθρωπίνης βούλησης μέ τόν διάβολο, ὁ ὁποῖος ἐξαπάτησε τούς Πρωτοπλάστους, ὁδηγώντας τους στήν πτώση. Ἰσχυρίζεται, ἐπίσης, ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος ὅτι ἡ βούληση τοῦ Ἀδάμ κληρονομεῖται, κατά κάποιον τρόπο, ἀπό τούς ἀπογόνους του[10]. Ὡστόσο, διαφοροποιεῖται ἀπό τόν Πελάγιο στό ὅτι ἀρνεῖται ὁποιονδήποτε ρόλο στήν ἀνθρωπίνη βούληση μετά τήν πτώση.
Τό γεγονός αὐτό, καθώς καί ἡ ἀντίληψη ὅτι ὁ διάβολος δέν εἶχε κάποια ἐπίδραση ἤ ἐπενέργεια στήν ἀνθρώπινη πτώση, ὀφείλεται στό ὅτι «ἡ κοσμολογία τοῦ Αὐγουστίνου δέν ἐπέτρεπε νά ὑπάρχουν βουλήσεις ἀντίθετοι πρός τήν θείαν θέλησιν»[11]. Ὁ Θεός δέν δημιούργησε, ὅπως δέχεται ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἐλεύθερα ὄντα, τά ὁποῖα, μέ τήν ἀνοχή τοῦ Θεοῦ, ἐνδέχεται νά ἔχουν θελήσεις ἀντίθετες πρός τή θεία θέληση (ὅπως ὁ ἄνθρωπος μετά τήν πτώση ἤ ὁ διάβολος). Ὁ σατανᾶς δέν θεωρεῖται ὡς ὁ ἀντιτιθέμενος πραγματικά στόν Θεό καί ὡς «ὁ ἔχων τό κράτος τοῦ θανάτου»[12], ἀλλά ἐκλαμβάνεται (πάντοτε κατά τόν Αὐγουστῖνο καί τήν μετά ἀπ' αὐτόν δυτική περί σωτηρίας ἀντίληψη) ὡς ὄργανο, μέ τό ὁποῖο ὁ Θεός τιμωρεῖ τόν ἁμαρτήσαντα ἄνθρωπο. Ἑπομένως, ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου στά χέρια τοῦ διαβόλου θεωρεῖται ὡς τιμωρία ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ, ὁ θάνατος θεωρεῖται ἐπίσης ὡς τιμωρία ἐκ μέρους Θεοῦ καί ὡς κάτι τό φυσικό γιά τόν ἄνθρωπο, ὁ σατανᾶς θεωρεῖται ὄργανο τιμωρίας στά χέρια τοῦ Θεοῦ κ.λπ. Αὐτά σημαίνουν ὅτι, τελικά, αἴτιος τοῦ κακοῦ σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις του εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, αἴτιος τοῦ θανάτου εἶναι πάλι ὁ Θεός, «ὁ ἔχων τό κράτος τοῦ θανάτου» εἶναι ὁ Θεός καί ὄχι ὁ διάβολος καί, τέλος, ὅ,τι κακό συμβαίνει στόν κόσμο προέρχεται ἀπό τό τιμωρητικό θεῖο θέλημα! Ἔτσι, γιά τή δυτική ἀντίληψη, ἡ σωτηρία δέν συνίσταται στή συντριβή τοῦ διαβόλου μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, δέν εἶναι λύτρωση ἀπό τόν θάνατο καί τή φθορά, οὔτε θεραπεία τῆς προσβλημένης ἀπό τόν σατανᾶ ἀνθρώπινης φύσης, ἀλλά εἶναι λύτρωση ἀπό τή θεία ὀργή, ἱκανοποίηση τῆς προσβλημένης ἀπό τήν ἀνθρώπινη ἁμαρτία «θείας δικαιοσύνης» καί ἀλλαγή τῆς στάσης τοῦ Θεοῦ ἔναντι τοῦ ἀνθρώπου.

*     *     *

Ὅπως εἴδαμε, στή Δύση ἐπικράτησαν κυρίως οἱ αὐγουστίνειες προκαταλήψεις καί γενικότερα ἡ αὐγουστίνεια κατανόηση τοῦ δόγματος τῆς σωτηρίας. Ἡ κατανόηση αὐτή, σέ συνδυασμό μέ τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τήν Πατερική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὁδήγησε σέ ἀδιέξοδα, τά ὁποῖα ἐπιχείρησαν νά ἐπιλύσουν μεγάλοι θεολόγοι τῆς Δύσης, διατυπώνοντας θεωρίες περί σωτηρίας, μέ βάση, ὅμως, ἀνθρώπινους συλλογισμούς καί ἔξω ἀπό τό πνεῦμα τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Θά δοῦμε συνοπτικά τρεῖς τέτοιες χαρακτηριστικές θεωρίες γιά τή σωτηρία, πού διατυπώθηκαν στήν μεταυγουστίνεια θεολογική παράδοση τῆς Δύσης, δηλαδή στήν ἐποχή τῆς κυριαρχίας τῆς λεγομένης «σχολαστικῆς θεολογίας».
α) Γιά νά ἑρμηνεύσουν τήν παραδεδομένη Βιβλική καί Πατερική διδασκαλία γιά τήν καταπάτηση τοῦ διαβόλου καί τοῦ θανάτου μέ τόν Θανάτο καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ οἱ ἱερός Αὐγουστῖνος (354-430) καί Βερνάρδος ἐκ Claivaux (1090-1153), διατύπωσαν τήν «περί καταχρήσεως τῆς ἐξουσίας τοῦ σατανᾶ» θεωρία. Σύμφωνα μέ τή θεωρία αὐτή, ὁ σατανᾶς, ἔχοντας λάβει ἀπό τόν Θεό τή δικαιοδοσία πάνω στούς νεκρούς, ὑπερέβη τά ὅρια αὐτῆς τῆς δικαιοδοσίας καί παραβίασε τήν τάξη τῆς ἐξουσίας του, ὅταν ἀποπειράθηκε νά συλλάβει τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ καί νά Τόν φέρει ἐντός τῆς δικαιοδοσίας του, μεταξύ τῶν νεκρῶν, δηλαδή νά Τόν θανατώσει. Ἔτσι, ὁ διάβολος ἔγινε ἔνοχος ἄδικης ἀποπείρας ἐναντίον Δικαίου καί γι’ αὐτό ὁ Θεός, τιμωρώντας τον, τοῦ ἀφαίρεσε τούς νεκρούς, τούς ὁποίους κρατοῦσε στήν ἐξουσία του.
β) Ἔναντι τῆς παραπάνω περί ἀπολυτρώσεως διδασκαλίας, ὁ Πέτρος Ἀβελάρδος (1079-1142) διετύπωσε τήν «ἠθικιστική» θεωρία περί σωτηρίας. Ὁ Ἀβελάρδος θέτει τό ἐρώτημα: γιατί ὁ Θεός δέν μπορεῖ μόνο μέ τήν ἐνεργεία τῆς βούλησής του νά συγχωρήσει τίς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων καί νά τούς ἐλευθερώσει ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ σατανᾶ; Ἦταν ἀναγκαῖο τό Πάθος τοῦ Κυρίου γιά τόν σκοπό αὐτό; Τή λύση τῶν ἐρωτημάτων αὐτῶν ἀναζήτησε στήν ἠθικιστική καί συναισθηματική ἑρμηνεία τῆς ἐπιφάνειας τοῦ Κυρίου. Σκοπός τῆς ἐπιφάνειας τοῦ Χριστοῦ ἦταν, κατά τόν Ἀβελάρδο, ἡ ἀπόδειξη τῆς θείας ἀγάπης πρός τόν ἄνθρωπο καί ἡ διέγερση τῆς ἀντίστοιχης ἀγάπης πρός τόν Θεό στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου δηλαδή, εἶχε σωτηριολογικό σκοπό μόνο μέ τήν ἔννοια ὅτι ὁ Κύριος ἦλθε στόν κόσμο γιά νά δώσει τό καλό παράδειγμα τῆς ἀγάπης καί τῆς ὑπακοῆς, μέ τίς ὁποῖες ὁ ἄνθρωπος ἑνώνεται μέ τόν Θεό καί σώζεται. Εἶναι φανερό, ὅτι οἱ παραπάνω ἀντιλήψεις τοῦ Ἀβελάρδου προσεγγίζουν καί ταυτίζονται σχεδόν μέ αὐτές τοῦ Πελαγίου
γ) Οἱ Ἄνσελμος Καντουαρίας (1033-1109) καί Θωμᾶς Ἀκινάτης (1225-1274) ὑποστήριξαν τήν «περί ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης» θεωρία. Σύμφωνα μέ αὐτή, ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου ἀποτελεῖ ἄπειρη προσβολή τοῦ Θεοῦ. Μετά τήν πτώση ἡ προσβληθεῖσα θεία δικαιοσύνη ἀπαιτοῦσε ἄπειρη «ἱκανοποίηση» («satisfactio»), τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος, ὡς πεπερασμένος,  δέν μποροῦσε νά προσφέρει. Ἡ μόνη δυνατότητα ἦταν νά τήν προσφέρει, κατά κάποιον τρόπο , ὁ ἴδιος ὁ Θεός στόν Ἑαυτό Του. Αὐτό ἔγινε μέ τό Πάθος καί τόν σταυρικό Θάνατο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο μέ σκοπό νά ἱκανοποιήσει τή θεία δικαιοσύνη μέ τό Πάθος καί τόν Θάνατό Του. Εἶναι φανερό ὅτι στήν περί ἀπολυτρώσεως διδασκαλία τοῦ Ἀνσέλμου ὁ Θεός ἐκλαμβάνεται ὡς τιμωρός καί ὡς ἀπαιτών ἄπειρη ἱκανοποίηση, δηλαδή ἐμφανίζεται ἔχοντας ἀνθρώπινα πάθη, ἀδυναμίες καί κακίες. Κατά τήν ἀντίληψη τοῦ Ἀνσέλμου καί τῶν διαδόχων του, ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ ἐνανθρώπιση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνάγκη τῆς θείας φύσης. Ἡ ἐνανθρώπιση τοῦ Λόγου μπορεῖ νά νοηθεῖ ὡς ἀναγκαῖος ὅρος τῆς ἀπολυτρώσεως τοῦ ἀνθρώπου μόνο μέ τήν προϋπόθεση ὅτι ὁ Θεός ἀπαίτησε ἄπειρη ἱκανοποίηση γιά τίς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Χριστός ἔπρεπε νά εἶναι καί Θεός, ἐπειδή μόνο ὡς Θεάνθρωπος θά μποροῦσε νά προσφέρει ἄπειρη ἱκανοποίηση. Ἡ θεωρία τοῦ Ἀνσέλμου ὁδηγεῖ ἀναγκαστικά στήν ὑποτίμηση τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει μέχρι σήμερα τή Δύση, ἀφοῦ ὡς κατ' ἐξοχήν γεγονός τῆς σωτηρίας δέν ἐκλαμβάνεται πλέον ἡ «καταπάτηση»[13] καί συντριβή τοῦ θανάτου και τοῦ διαβόλου μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ἀλλά τό Πάθος καί ἡ Σταύρωση, μέ τά ὁποῖα προσφέρθηκε, ὑποτίθεται, ἡ ἄπειρη ἱκανοποίηση στήν ποσβληθεῖσα θεία δικαιοσύνη.

*     *     *

Μέ βάση τά παραπάνω εἶναι φανερό ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη περί σωτηρίας ἀντίληψη εἶναι μία ἄλλη ἀντίληψη, μέ διαφορετικές προϋποθέσεις, ἡ ὁποία δέν ἔχει καμία σχέση οὔτε μέ τήν περί σωτηρίας ἀντίληψη τοῦ Πελαγίου, οὔτε μέ αὐτή τοῦ Αὐγουστίνου, οὔτε μέ τίς μεταγενέστερες τῶν Βερνάρδου ἐκ Claivaux, Πέτρου Ἀβελάρδου καί Ἀνσέλμου Καντουαρίας.
Κατά τήν Ὀρθόδοξη Βιβλική καί Πατερική θεώρηση τοῦ σχήματος πτώση - σωτηρία, ὁ Θεός μέ ἐλευθερη πρωτοβουλία Του δημιούργησε ἐλεύθερα ὄντα, τούς Ἀγγέλους καί τούς ἀνθρώπους, μέ σκοπό νά συμετέχουν στή Δόξα Του καί νά ἀπολαμβάνουν τήν μακαριότητά Του. Αὐτό σημαίνει ὅτι, μέ τή θελησή Του, ἀνέχεται νά ὑπάρχουν καί θελήσεις ἀντίθετες πρός τή δική Του θεία θέληση. Διαφορετικά, καταργεῖται τό σημαντικότερο δῶρο Του πρός τά ὄντα αὐτά, τό «αὐτεξούσιον», δηλαδή ἡ ἐλεύθερη βούληση. Κάποια ἀπό τά παραπάνω ἐλεύθερα καί αὐτεξούσια ὄντα, κάνοντας κακή χρήση τῆς ἐλευθερίας τους, ἐξέπεσαν ἀπό τή μετοχή τους στή Δόξα τοῦ Θεοῦ καί ἀπώλεσαν τήν ἀρχική τους μακαριότητα. Προηγήθηκε ἡ πτώση τοῦ διαβόλου καί τῶν δαιμόνων, ἡ ὁποία ὀφείλεται ἀκριβῶς στήν κακή χρήση τῆς ἐλευθερίας τους. Ἀπό τή στιγμή τῆς πτώσης του ὁ σατανᾶς εἶναι ὁ πράγματι ἀντιτιθέμενος στόν Θεό, «ὁ ἔχων τό κράτος τοῦ θανάτου»[14], ἀλλά καί ὁ αἴτιος τοῦ θανάτου.
Ἀκολούθησε ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία εἶναι, ἐπίσης, ἐλεύθερη ἐπιλογή του, ὀφείλεται, ὅμως, σέ δύο αἰτίες. Ἡ πρώτη εἶναι ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος ἐξαπάτησε τόν ἄνθρωπο ἀπό φθόνο, καί ἡ δεύτερη αἰτία εἶναι ἡ ἐλεύθερη βούληση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία συνεργάσθηκε μέ τόν διάβολο καί ἔκανε ἀποδεκτή τήν «προσφορά» του. Τό δένδρο «τοῦ γινώσκειν καλόν καί πονηρόν»[15], ἀλλά καί ἡ ἀπαγορευτική ἐντολή τοῦ Θεοῦ πρός τούς Πρωτοπλάστους νά μήν φᾶνε ἀπό τούς καρπούς αὐτοῦ τοῦ δένδρου, ἀπέβλεπαν ἀκριβῶς στήν ἐξασφάλιση καί στή δοκιμασία τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας: ὁ ἄνθρωπος, ἄν ἤθελε νά ἀπορρίψει τόν Θεό καί νά ἀρνηθεῖ τά ἀγαθά Του, μποροῦσε νά φάει ἀπό τόν ἀπαγορευμένο καρπό. Ἡ πτώση συνίσταται στήν ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τή θεία ζωή καί στήν ὑποδούλωσή του στόν διάβολο, μέ ἀναγκαῖα ἐπακόλουθα τήν ἀσθένεια τῆς ἀνθρώπινης φύσης καί τήν κυριαρχία τοῦ κράτους τοῦ θανάτου. Ὁ θάνατος ἦταν ἡ πρώτη καί σπουδαιότερη συνέπεια τῆς πρώσης, σύμφωνα μέ τήν προειδοποίηση τοῦ ἰδιου τοῦ Θεοῦ[16].
Αἴτιος τοῦ κακοῦ, γενικά, εἶναι ὁ διάβολος, ἀλλά καί ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος συνεργάστηκε μέ τόν διάβολο, καί σέ καμία περίπτωση ὁ Θεός. Αἴτιος τοῦ κακοῦ στή φύση εἰδικότερα εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος μέ τήν πτώση του συμπαρέσυρε καί τόν φυσικό κόσμο στήν πτώση καί τόν ὑπέταξε στή φθορά. Τό προπατορικό ἁμάρτημα δέν εἶναι αὐστηρά προσωπικό, ὅπως στήν περίπτωση τῶν Ἀγγέλων, κατά τήν ὁποία ἐξέπεσαν καί ἔγιναν δαίμονες μόνο ὅσοι ἀπό τούς Ἀγγέλους ἁμάρτησαν. Ἡ μετάδοση τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ὀφείλεται στό ὅτι ὅλοι οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἀδάμ κληρονομοῦν τήν ἀρρωστημένη φύση του, στήν ὁποία εἰσῆλθαν ἡ φθορά, ἡ ἁμαρτία, τά πάθη καί ὁ θάνατος. Ἡ φύση αὐτή εἶναι ἡ μεταπτωτική, γιατί ὅλοι οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἀδάμ γεννήθηκαν μετά τήν πτώση, ὅλοι κληρονόμησαν τήν πεσοῦσα (καί ὄχι τήν προπτωτική) φύση του καί ὅλοι ἔχουν ἀνάγκη λύτρωσης ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα καί τίς συνέπειές του.
Ἐπειδή, ὅπως εἴδαμε, ἡ εὐθύνη τῆς ἀνθρώπινης πτώσης δέν βαρύνει ἐξ ὁλοκλήρου τόν ἄνθρωπο, ἀλλά πρωτίστως τόν διάβολο, καί ἐπειδή «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί»[17] καί δέν ἀνεχόταν νά βλέπει «ὑπό τοῦ διαβόλου τυραννούμενον τό γένος τῶν ἀνθρώπων»[18], εἶχε ἤδη ἑτοιμάσει καί ἐφάρμοσε ἕνα σχέδιο σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, τό ὁποῖο ὀνομάζεται «Θεία Οἰκονομία» καί τοῦ ὁποίου κέντρο εἶναι ἡ Ἐνσάρκωση τοῦ Υἰοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος δέν ἦταν δυνατό νά σωθεῖ μόνος του καί μέ τίς δικές του δυνάμεις. Ἔπρεπε νά πραγματοποιηθεῖ ἡ Ἐνσάρκωση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, γιά νά καταστραφεῖ ὁ σατανᾶς καί νά ἀπαλλαγεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό κράτος τοῦ θανάτου. Ἡ καταπάτηση τοῦ διαβόλου ἔγινε μέ τόν Θάνατο καί ἰδιαίτερα μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Μετά τήν Ἀνάσταση καί ἀφοῦ οὐσιαστικά ἔχει συντριβεῖ ὁ ἐχθρός τοῦ ἀνθρώπινου γένους, ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ πλέον νά οἰκειοποιηθεῖ τά ἀποτελέσματα τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ.
Ἀλλά, καί ἡ οἰκειοποίηση τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τῆς ἀντικειμενικά δεδομένης σωτηρίας, δέν εἶναι ἔργο τῆς ἐλεύθερης θέλησης τοῦ ἀνθρώπου ἀποκλειστικά. Ἀπολύτως ἀναγκαία γιά τή σωτηρία εἶναι καί ἡ Θεία Χάρη, χωρίς τήν ὁποία τίποτε δέν μπορεῖ νά ἐπιτύχει ὁ ἄνθρωπος. Ἡ Θεία Χάρη παρέχεται κυρίως ἀπό τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, πού σημαίνει ὅτι ἀναγκαῖος ὅρος τῆς σωτηρίας εἶναι ἡ ἔνταξη στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ ἐκκλησιαστική - μυστηριακή ζωή. Ἡ σωτηρία δέν συνίσταται στή λύτρωση ἀπό τή θεία ὀργή, ὅπως πιστεύει ἡ δυτική παράδοση, ἀλλά στή λύτρωση ἀπό τόν θάνατο καί τή φθορά, στήν ἀπελευθέρωση ἀπό τήν καταδυναστεία τοῦ διαβόλου καί στή θεραπεία τῆς προσβληθείσας ἀπό τόν σατανᾶ ἀνθρώπινης φύσης.





[1] Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκ-κλησίας, τ. Ι, ἐν Ἀθήναις 19602, σ. 151-152.
[2] Τίς περί σωτηρίας ἀντιλήψεις τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου βλ. ἐν Ἀρχ. Βασ. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία. Ἀπ' ἀρχῆς μέχρι σήμερον, Ἀθῆναι 19784, σ. 249-250.
[3] Αὐτόθι, σ. 250.
[4] Βλ. παρακάτω, σ. 6-7.
[5] Ἀρχ. Βασ. Στεφανίδου, μνημ. ἔργ., σ. 253. Ἡ πρόταση αὐτή ἀποτελεῖ τόν ἐπιτυχέστερο, ἴσως, ὁρισμό τῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσης.
[6] Ἰω. Ρωμανίδου, Τό Προπατορικόν ἁμάρτημα, ἔκδ. Δόμος2, σ. 20.
[7] Γεν. 3, 1-6.
[8] Ἀκολουθία Νεκρώσιμος, Μικρόν Εὐχολόγιον, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθῆναι 198810, σ. 206-207.
[9] Αὐτόθι, σ. 8.
[10] Αὐτόθι, σ. 8.
[11] Αὐτόθι, σ. 8.
[12] Ἑβρ. 2,14.
[13] Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ψάλλει ἐπανειλλημένα: «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανά- τῳ θάνατον πατήσας».
[14] Ἑβρ. 2,14.
[15] Γεν. 2,17.
[16] «ᾟ δ’ ἄν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ’ αὐτοῦ, θανάτω ἀποθανεῖσθε» (Γεν. 2,17).
[17] Α' Ἰω. 4,16.
[18] Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, Μικρόν Εὐχολόγιον, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακο-νίας, Ἀθῆναι 198810, σ. 72.