Τετάρτη 12 Ιουνίου 2019

Τὸ περιορισμένο τῆς γνώσεώς μας γιὰ τὸ Θεὸ κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης Τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ



Ὁ ἅγιος Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, τοι­χο­γρα­φία τοῦ Θε­ο­φά­νους τοῦ Κρη­τός (1527).

Ἡ ἐσωτερικὴ δύναμη τῆς ψυχῆς

Η ΑΝ­ΘΡΩ­ΠΙ­ΝΗ ψυχὴ «κι­νεῖ­ται φυ­σι­κὰ πρὸς τὸ ἀό­ρα­το κάλ­λος». Ὁ ἄν­θρω­πος ἔχει μιὰ «ἐσω­τε­ρι­κὴ ἄϋλη δύ­να­μη» ποὺ τὸν κα­θι­στᾶ ἱκανὸ νὰ ἀν­τι­λη­φθεῖ τὸ πνευ­μα­τι­κό. «Ὅποιος κα­θαί­ρει τὴν ψυχή του ἔστω καὶ λίγο θὰ δεῖ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ μᾶς σὲ ὅλη τὴν κα­θα­ρό­τη­τά της, καὶ θὰ δεῖ τὴν πρό­θε­ση ποὺ εἶχε ὁ Θεὸς ὅταν δη­μιουρ­γοῦ­σε τὶς ψυχές μας. Θὰ ἀνα­κα­λύ­ψει ὅτι ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύση ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν οὐσία της ἔχει τὴν ἐπι­θυ­μία γιὰ τὸ ἀγαθὸ καὶ τὸ τέ­λειο, καὶ ὅτι ἡ φύση τοῦ ἀν­θρώ­που ἑνώ­θη­κε μὲ μιὰ ἀπαθὴ καὶ ἁγία ἀγάπη γιὰ τὴν εὐ­λο­γη­μέ­νη Εἰ­κό­να, τῆς ὁποί­ας ὁ ἄν­θρω­πος εἶναι τὸ ὁμοί­ω­μα». Αὐτὴ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἕλξη κά­νουν τὸν ἄν­θρω­πο νὰ δο­κι­μά­ζει μιὰ ἀτέ­λειω­τη λα­χτά­ρα γιὰ τὸ Θεό, ὁ Ὁποῖ­ος εἶναι ὁ τε­λι­κὸς σκο­πὸς ὅλων τῶν ἐπι­θυ­μιῶν καὶ ὅλων τῶν σκέ­ψε­ων.

Ἡ αἰωνιότητα τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δυναμικὴ καὶ δυνητικὰ ἄπειρη φύση τοῦ ἀγώνα τοῦ ἀνθρώπου

ΑΥΤΟΣ ὁ σκο­πός, ὅμως, εἶναι ἀπρό­σι­τος καὶ δὲν μπο­ρεῖ ποτὲ νὰ ἐπι­τευ­χθεῖ. «Ἂς μά­θου­με γιὰ τὴν ἀρετὴ ἀπὸ τὰ Εὐ­αγ­γέ­λια», γρά­φει ὁ Γρη­γό­ριος. «Γνω­ρί­ζου­με ὅτι τὸ πιὸ ὑπέ­ρο­χο τέρμα τῆς τέ­λειας ἀρε­τῆς εἶναι ἡ ἀρετὴ νὰ μὴν ἔχει κα­νέ­να ὅριο ἢ τε­λι­κὸ τέρμα. Ὑπάρ­χει μόνο ἕνα ὅριο στὴν ἀρετή: πρέ­πει νὰ ἀγω­νί­ζε­ται νὰ εἶναι χωρὶς τέλος. Πι­θα­νὸν ἡ τε­λεί­ω­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σε­ώς μας νὰ συ­νί­στα­ται στὸ νὰ ἔχου­με ἕνα ὅραμα τῆς ὀμορ­φιᾶς μέσα μας ποὺ νὰ εἶναι τέ­τοιο ὥστε νὰ ἐπι­θυ­μοῦ­με πάν­το­τε μιὰ με­γα­λύ­τε­ρη ἀκόμα ὀμορ­φιά». Ἐπι­πλέ­ον, «εἶναι ἐπι­κίν­δυ­νο νὰ στα­μα­τή­σου­με σ’ αὐτὴν τὴν προ­ο­δευ­τι­κὴ κί­νη­ση, γιατὶ κάθε ἀγαθὸ πε­ριο­ρί­ζε­ται μόνο ἀπὸ ἐκεῖ­νο ποὺ ἀν­τι­τί­θε­ται σ’ αὐτό… Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ τὸ τέλος τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ θα­νά­του, μιὰ στάση στὸ δρόμο πρὸς τὴν ἀρετὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ δρό­μου πρὸς τὸ κακό». Ὁ ἀγώ­νας δὲν ἔχει τέλος. Πρέ­πει νὰ εἶναι ἀδιά­λει­πτος γιατὶ στό­χος του εἶναι ἡ αἰ­ω­νιό­τη­τα. Ἡ αἰ­ω­νιό­τη­τα τοῦ Θεοῦ προσ­διο­ρί­ζει τὴ δυ­να­μι­κὴ καὶ δυ­νη­τι­κὰ ἄπει­ρη φύση τοῦ ἀγώνα τοῦ ἀν­θρώ­που νὰ τε­λειώ­σει τὸν ἑαυτό του, στὸν ὁποῖο κάθε πράξη εἶναι πάντα ἡ πηγὴ πε­ραι­τέ­ρω πρά­ξε­ων ποὺ θὰ ἐκτεί­νον­ται πέρα ἀπὸ τὴ γήινη ζωὴ καὶ τὸ χρόνο. Ὁ Γρη­γό­ριος τὸ χα­ρα­κτη­ρί­ζει αὐτὸ ὡς «πλη­ρό­τη­τα ἡ ὁποία δὲν θὰ τερ­μα­τι­σθεῖ ποτὲ ἀπὸ τὸν κο­ρε­σμό».
Ὁ Νυμ­φί­ος λέγει διαρ­κῶς στὴν ψυχὴ νὰ ἐγερ­θεῖ καὶ νὰ ἔλθει σ’ Αὐτόν. Γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο ὁ ὁποῖ­ος ἔχει ἀλη­θι­νὰ ἐγερ­θεῖ ἡ διαρ­κὴς ἀνάγ­κη νὰ ἐγεί­ρε­ται δὲν θὰ στα­μα­τή­σει ποτέ, καὶ γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ ἔχει ξε­κι­νή­σει γιὰ νὰ βρεῖ τὸν Κύριο, ἡ ὁδὸς ποὺ ὁδη­γεῖ στὴ διάρ­κεια τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ δια­νυ­θεῖ ὅλη ποτέ». Πρέ­πει νὰ ἐγει­ρό­με­θα χωρὶς νὰ στα­μα­τοῦ­με, καὶ ὅταν ἀκόμα προ­σεγ­γί­ζου­με τὸ τέρμα πρέ­πει νὰ μὴ στα­μα­τοῦ­με ποτὲ νὰ προ­χω­ροῦ­με. Ὁ Κύ­ριος εἶπε, «Ὁ διψῶν ἐρ­χέ­σθω πρός με καὶ πι­νέ­τω» (Ἰω. 7,37). Ὁ Γρη­γό­ριος ἐξη­γεῖ: «Ὁ Κύ­ριος δὲν ἔθεσε ἕνα ὅριο σ’ αὐτὴν τὴ δίψα, οὔτε στὴν προ­σπά­θεια ποὺ χρειά­ζε­ται γιὰ νὰ τὸν πλη­σιά­σεις, οὔτε στὴν ἀπό­λαυ­ση ποὺ θὰ ἔχου­με ὅταν πί­νου­με. Ἀν­τί­θε­τα, δὲν ἔθεσε ἕναν ἀκρι­βὴ χρόνο, ἀλλὰ μᾶς συμ­βου­λεύ­ει νὰ δι­ψοῦ­με καὶ νὰ πί­νου­με διαρ­κῶς, καὶ νὰ προ­σπα­θοῦ­με πάν­το­τε νὰ Τὸν πλη­σιά­ζου­με». Μιὰ ἀλη­θι­νὴ γνώση τοῦ Θεοῦ τὴν προ­σεγ­γί­ζου­με διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς δίψας, τῆς προ­σπά­θειας, καὶ τοῦ σθε­να­ροῦ ἀγώνα. Εἶναι τὸ ἀπο­τέ­λε­σμα μιᾶς ἐπι­θυ­μί­ας ποὺ εἶναι τόσο ἰσχυ­ρὴ ὅσο τὸ πάθος τῆς ἀγά­πης, τοῦ «ἔρω­τος». Στὴν Ἁγία Γραφὴ τὸ Ἆσμα Ἀσμά­των χρη­σι­μο­ποιεῖ τὴν εἰ­κό­να ἑνὸς γάμου γιὰ νὰ πα­ρα­στή­σει «τὴν ἀσώ­μα­τη, πνευ­μα­τι­κή, καὶ ἄϋλη ἕνωση τῆς ψυχῆς μὲ τὸ Θεό. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη καὶ «στέλ­νει σὲ κεί­νους ποὺ εἶναι γιὰ νὰ σω­θοῦν τὸ δια­λεγ­μέ­νο βέλος τοῦ Μο­νο­γε­νοῦς Του Υἱοῦ, ἔχον­τας πρῶτα βυ­θί­σει τὴν τρι­πλὴ αἰχμὴ τοῦ βέ­λους μέσα στὸ Πνεῦ­μα τῆς ζωῆς». Αὐτὸ τὸ βέλος εἶναι ἡ πίστη. Καθὼς ἡ ψυχὴ ἀνέρ­χε­ται πρὸς τὸ Θεό, «βλέ­πει μέσα της αὐτὸ τὸ γλυκὸ βέλος», «ἕνα βέλος φλο­γε­ρῆς ἀγά­πης», «καὶ τὸ γλυκὸ βά­σα­νο τοῦ πά­θους πολ­λα­πλα­σιά­ζε­ται». Αὐτὸ τὸ πάθος εἶναι ἡ ἀγάπη μας γιὰ τὸ Θεὸ καὶ ἡ λα­χτά­ρα νὰ ἑνω­θοῦ­με μαζί Του.
Ὁ Θεὸς εἶναι ἀπρό­σι­τος, ἀλλὰ ὁ ἄν­θρω­πος ἐκ φύ­σε­ως λα­χτα­ρᾶ νὰ γνω­ρί­σει τὸ Θεὸ ὡς τὸ ὕψι­στο ἀγαθό του. Ἡ ὁδὸς τοῦ ἀν­θρώ­που πρὸς τὸ Θεὸ προσ­διο­ρί­ζε­ται ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀν­τί­φα­ση. Ὁ Θεὸς εἶναι ὑπε­ρά­νω τῆς γνώ­σε­ως, ἀλλὰ μπο­ρεῖ νὰ ἀνα­γνω­ρι­στεῖ στὸ κάθε τι ὁλό­γυ­ρά μας. Εἶναι ἔξω καὶ ὑπε­ρά­νω τοῦ κό­σμου καὶ ὑψη­λό­τε­ρα ἀπὸ κάθε οὐσία, ἀλλὰ εἶναι καὶ ὁ Δη­μιουρ­γὸς καὶ Τε­χνί­της τοῦ κό­σμου, καὶ γι’ αὐτὸ μπο­ρεῖ νὰ γίνει ἀν­τι­λη­πτὸς καὶ γνω­στὸς μέσῳ αὐτοῦ. «Μὲ τὴ βο­ή­θεια τῶν ὁρα­τῶν πραγ­μά­των ἡ Σοφία καὶ ὁ Λόγος τοῦ Τε­χνί­τη δια­κη­ρύσ­σον­ται στὶς καρ­διές μας», γρά­φει ὁ Γρη­γό­ριος, «καὶ ἀπὸ τὴ Σοφία ποὺ εἶναι ὁρατὴ στὸ σύμ­παν μπο­ροῦ­με νὰ εἰ­κά­σου­με γιὰ τὴ Σοφία ποὺ δη­μιούρ­γη­σε τὰ πάντα».
Ὁ Δη­μιουρ­γὸς ἀπο­κα­λύ­πτε­ται στὴν ἀν­θρώ­πι­νη ψυχὴ καὶ εἶναι ὁρα­τὸς σ’ αὐτήν, ἡ ὁποία φέρει τὴν εἰ­κό­να τοῦ Θεοῦ ἔστω κι’ ἂν ἔχει μιαν­θεῖ καὶ ἔχει γίνει ἀκά­θαρ­τη. «Τὸ μέτρο τοῦ Θεοῦ ἔχει τεθεῖ μέσα σας», γρά­φει ὁ Γρη­γό­ριος, «σᾶς ἔχει σφρα­γί­σει μὲ τὴν εἰ­κό­να τῶν ἀγα­θῶν πραγ­μά­των τῆς δικῆς Του φύ­σε­ως κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἕνα σχέ­διο τυ­πώ­νε­ται στὸ κερί». Ὁ ἄν­θρω­πος πρέ­πει νὰ εἶναι ἱκα­νὸς νὰ βλέ­πει τὸ Θεὸ μέσα στὴ δική του ψυχή, ἡ ὁποία γι’ αὐτὸν τὸ λόγο πρέ­πει νὰ δια­τη­ρεῖ­ται τόσο κα­θα­ρὴ ὅσο ὁ κα­θρέ­φτης. Ἡ ψυχὴ θὰ πρέ­πει νὰ εἶναι ἐλεύ­θε­ρη ἀπὸ κάθε τι ξένο πρὸς αὐτήν, ὅπως φι­λή­δο­νες ροπὲς καὶ βίαια πάθη, τὰ ὁποῖα πα­ρα­μορ­φώ­νουν τὴν ἐπι­φά­νειά της καὶ κα­θι­στοῦν ἀδύ­να­το τὸ νὰ ἀνα­κλα­σθεῖ ἐπάνω της ἡ ἀλή­θεια. Τὸ σῶμα πρέ­πει νὰ ὑπνώτ­τει καὶ νὰ εἶναι ἀδρα­νές. Ὁ ἄν­θρω­πος πρέ­πει «ν’ ἀφή­νει κάθε τι ποὺ εἶναι ὁρατό», «νὰ στέ­κε­ται ἔξω ἀπὸ τὸν ὑλικὸ κόσμο», «νὰ ἐλευ­θε­ρώ­νε­ται ἀπὸ τὸ κα­τα­φύ­γιο τῆς σάρ­κας», «νὰ ἐξα­φα­νί­ζει ἀπὸ μπρο­στά του κάθε τι τὸ πε­ριτ­τὸ καὶ ὑλικό», «γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ με­τα­μορ­φω­θεῖ πλή­ρως σὲ ἕνα πνευ­μα­τι­κὸ καὶ ἄϋλο ὂν καὶ νὰ κα­τα­στεῖ ἡ κα­θα­ρὴ ἀνά­κλα­ση τοῦ κάλ­λους τοῦ Ἀρ­χε­τύ­που του». Μιὰ κε­κα­θαρ­μέ­νη ψυχὴ «δὲν θὰ πρέ­πει νὰ πε­ριέ­χει τί­πο­τε ἄλλο παρὰ τὸ Θεό, καὶ δὲν θὰ πρέ­πει νὰ προ­σέ­χει τί­πο­τε ἄλλο». Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ ἄν­θρω­πος γί­νε­ται ὅμοιος μὲ τὸ Θεό, καὶ ἡ ψυχὴ ποὺ ἔχει κα­θαρ­θεῖ μὲ διαρ­κὴ προ­σπά­θεια καὶ ἄγρυ­πνη θέ­λη­ση θὰ ἀν­τα­να­κλᾶ τὸ Θεό.

Ἡ ψυχὴ καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ

«ΟΠΟΙΟΣ­ΔΗ­ΠΟ­ΤΕ τότε κοι­τά­ξει τὸν ἑαυτό του θὰ δεῖ μέσα του αὐτὸ ποὺ εἶχε ἐπι­θυ­μή­σει, γιατὶ βλέ­πον­τας τὴ δική του κα­θα­ρό­τη­τα θὰ δεῖ τὴν εἰ­κό­να τοῦ Ἀρ­χε­τύ­που του. Ἂν κοι­τά­ξε­τε τὸν ἥλιο μέσα σ’ ἕναν κα­θρέ­φτη, ἔστω κι’ ἂν δὲν ἔχετε στρέ­ψει τὰ μάτια σας στὸν οὐ­ρα­νό, βλέ­πε­τε πάλι τὴ λάμψη του ὄχι λι­γό­τε­ρο ἀπὸ ἐκεί­νους ποὺ κοι­τά­ζουν τὸν ἀλη­θι­νὸ κύκλο τοῦ ἥλιου. Κατὰ τὸν ἴδιο αὐτὸν τρόπο ὁ Κύ­ριος σᾶς λέγει ὅτι, ἂν καὶ δὲν ἔχετε τὴ δύ­να­μη νὰ κοι­τά­ξε­τε κα­τά­μα­τα τὸ φῶς, γυ­ρί­ζον­τας στὴν ἀρ­χέ­γο­νη κα­τά­στα­ση τῆς χά­ρι­τος, μέσα στὴν ὁποία σᾶς δό­θη­κε ἡ εἰ­κό­να σας στὴν ἀρχή, θὰ ἔχετε ὅ,τι ἀνα­ζη­τᾶ­τε μέσα σας. Ἡ κα­θα­ρό­τη­τα, ἡ ἀπά­θεια, καὶ ἡ ἀπο­φυ­γὴ ὅλων τῶν κακῶν εἶναι θεῖες, καὶ ἂν ὅλα αὐτὰ εἶναι μέσα σας, τότε δὲν ὑπάρ­χει ἀμ­φι­βο­λία ὅτι καὶ ὁ Θεὸς εἶναι μέσα σας. Ὅταν οἱ σκέ­ψεις σας κα­θαρ­θοῦν ἀπὸ τὸ κακό, ἐλευ­θε­ρω­θοῦν ἀπὸ τὸ πάθος, καὶ ἀπο­μα­κρυν­θοῦν ἀπὸ κάθε τι τὸ βέ­βη­λο, θὰ σᾶς δοθεῖ ἡ εὐ­λο­γία τῆς ὀξεί­ας ὅρα­σης, γιατὶ κα­θαί­ρον­τας τὸν ἑαυτό σας ἔχετε δεῖ ὅ,τι εἶναι ἀό­ρα­το γιὰ τοὺς ἀκά­θαρ­τους· καὶ ὅταν ἀπο­μα­κρύ­νε­τε τὴν ὁμί­χλη τοῦ ὑλι­κοῦ κό­σμου ἀπὸ τὰ πνευ­μα­τι­κά σας μάτια, θὰ δεῖτε κα­θα­ρὰ τὴ μα­κα­ριό­τη­τα, στὸν κα­θα­ρὸ οὐ­ρα­νὸ τῆς καρ­διᾶς σας. Τί θὰ δεῖτε; Κα­θα­ρό­τη­τα, ἁγιό­τη­τα, ἁπλό­τη­τα, καὶ ὅλες τὶς ἄλλες ἀν­ταύ­γειες τοῦ Θεοῦ, καὶ μέσα σ’ αὐτὲς θὰ δεῖτε τὸ Θεό». Αὐτὸ δὲν εἶναι ἁπλὴ θέα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἀλη­θι­νὴ κοι­νω­νία μαζί του. «Ὁ Θεὸς δὲν προ­σφέ­ρε­ται στὴν κα­θα­ρὴ ψυχὴ σὰν κά­ποιο θέαμα».

Ἡ ἐπίδραση τοῦ Πλάτωνος καὶ τοῦ Πλωτίνου

ΟΙ ΙΔΕΕΣ τοῦ Γρη­γο­ρί­ου δεί­χνουν τὴν ἐπί­δρα­ση τοῦ Πλω­τί­νου, ὁ ὁποῖ­ος δί­δα­σκε ὅτι ὁ ἄν­θρω­πος μπο­ρεῖ νὰ γνω­ρί­σει τὸ Θεὸ μόνο ἂν γνω­ρί­σει τὸν ἑαυτό του. Ἡ ψυχὴ πρέ­πει νὰ συγ­κεν­τρω­θεῖ στὸν ἑαυτό της, νὰ αὐ­το­συγ­κεν­τρω­θεῖ, νὰ γνω­ρί­σει τὸν ἑαυτό της, καὶ μέσῳ αὐτοῦ θὰ ἔρθει σὲ μιὰ γνώση τοῦ Θεοῦ. Ὁ νοῦς πρέ­πει νὰ κα­θαρ­θεῖ γιὰ νὰ γίνει ὅμοιος μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἐπι­στρέ­ψει στὴν ἀρ­χέ­γο­νη ὁμοιό­τη­τά του πρὸς Αὐτόν. Αὐτὴ ἡ ὁμοιό­τη­τα εἶναι τὸ μέσον διὰ τοῦ ὁποί­ου ὁ νοῦς γνω­ρί­ζει τὸ Θεὸ γιατὶ, ὅπως γρά­φει ὁ Πλά­τω­νας στὸν Μέ­νω­να (80 Ε), «αὐτὸ ποὺ εἶναι ὅμοιο ἀνα­γνω­ρί­ζε­ται ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἶναι ὅμοιό του».

Ὁ Μωϋσῆς καὶ ἡ μυστικὴ ἄνοδος πρὸς τὸν Θεό


Τὸ Ὄρος Σινᾶ, σκηνὴ ἀπὸ τὸ Τρί­πτυ­χο τῆς Μο­δέ­νας τοῦ Δο­μή­νι­κου Θε­ο­το­κό­που­λου (1560-1565 ἢ 1568).

Ο ΓΡΗ­ΓΟ­ΡΙΟΣ βλέ­πει ἕνα πα­ρά­δειγ­μα τῆς μυ­στι­κῆς ἀνό­δου πρὸς τὸ Θεὸ στὸ πρό­σω­πο τοῦ Μωϋ­σέ­ως τοῦ Νο­μο­δό­του καὶ στὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ Θεοῦ πάνω στὸ Ὄρος Σινᾶ. Ὁ λαὸς δια­τά­χθη­κε νὰ κα­θαρ­θεῖ, καὶ τὸ ὄρος κα­λύ­φθη­κε μ’ ἕνα σύν­νε­φο καὶ φω­τί­στη­κε ἀπὸ φωτιά. «Μόνο ἀπὸ τὴ δύ­να­μη τοῦ Θεοῦ καὶ χωρὶς ἄλλο μέσον ὁ ἀέρας δια­μορ­φώ­θη­κε σὲ ἐπι­μέ­ρους λέ­ξεις. Αὐτὲς οἱ λέ­ξεις δὲν ἦταν ἁπλῶς εὐ­κρι­νεῖς, ἀλλὰ προ­κή­ρυτ­ταν τὶς θεῖες ἐν­το­λές». Ὁ λαὸς φο­βό­ταν νὰ ἀνέ­βει στὸ βουνὸ γιὰ νὰ ἀκού­σει, καὶ μόνο ὁ Μωϋ­σῆς εἰ­σῆλ­θε μέσα στὸ νέφος. Ὁ ἴδιος ἔγινε ἀό­ρα­τος, ὅταν εἰ­σέ­δυ­σε μέσα στὸ ἀνέκ­φρα­στο μυ­στή­ριο τοῦ Θεοῦ καὶ ἦλθε σὲ κοι­νω­νία μὲ τὸν Ἀό­ρα­το. «Ἡ ἐμ­φά­νι­ση τοῦ Θεοῦ ἀρ­χί­ζει μὲ φῶς, καὶ ὁ Μωϋ­σῆς εἶδε κά­πο­τε τὸ Θεὸ μέσα στὴ λάμψη Του στὴν Καιό­με­νη Βάτο. Τώρα, ὄντας πλη­σιέ­στε­ρα πρὸς τὴν τε­λεί­ω­ση, εἶδε τὸ Θεὸ μέσα σ’ ἕνα νέφος καί, προ­φυ­λασ­σό­με­νος ἀπὸ ἕνα νέφος, με­τεῖ­χε στὴν αἰ­ώ­νια ζωή». Κατὰ τὴν ἑρ­μη­νεία τοῦ Γρη­γο­ρί­ου τὰ πρῶτα βή­μα­τα μα­κριὰ ἀπὸ τὴν ὁδὸ τῆς πλά­νης εἶναι φῶς. Μιὰ προ­σε­κτι­κώ­τε­ρη ἐξέ­τα­ση αὐτοῦ ποὺ προ­κύ­πτει ὁδη­γεῖ σ’ ἕνα νέφος, ποὺ ἀν­τι­κα­θι­στᾶ τὰ ὁρατὰ πράγ­μα­τα. Τέλος, ἡ ψυχὴ εἰ­σέρ­χε­ται στὸ ἐν­δό­τα­το ἄδυτο τῆς γνώ­σε­ως τοῦ Θεοῦ «τὸ ὁποῖο πε­ρι­τυ­λί­γε­ται ἀπὸ ὅλες τὶς πλευ­ρὲς ἀπὸ τὸ θεῖο νέφος. Κάθε τι ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ὁρα­θεῖ καὶ νὰ κα­τα­νο­η­θεῖ πα­ρα­μέ­νει ἀπέξω, καὶ ὅλα ὅσα ἀφή­νον­ται στὴν ὅραση τῆς ψυχῆς εἶναι ἐκεῖ­να ποὺ εἶναι ἀό­ρα­τα καὶ ἀκα­τα­νόη­τα. Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ νέφος εἶναι ὁ Θεός». Ὁ Θεὸς εἶναι «πέρα ἀπὸ τὸ βε­λη­νε­κὲς τῆς νο­ή­σε­ως».
Ὁ ἄν­θρω­πος ἀνέρ­χε­ται, ἡ «ἀπρό­σι­τη φύση τοῦ Θεοῦ» ἀπο­κα­λύ­πτε­ται βαθ­μιαί­ως σ’ αὐτὸν καὶ τὸ λο­γι­κὸ βλέ­πει τὸ Θεὸ μέσα στὸ «ἀό­ρα­το καὶ ἀκα­τα­νόη­το», μέσα «σ’ ἕνα ἀκτι­νο­βό­λο σύν­νε­φο». Ἀκόμα καὶ ὅταν ἡ ψυχὴ φθά­σει αὐτὸ τὸ σύν­νε­φο, κα­τα­λα­βαί­νει ὅτι βρί­σκε­ται τόσο μα­κριὰ ἀπὸ τὴν τε­λεί­ω­ση, σὰν νὰ μὴν εἶχε ποτὲ ξε­κι­νή­σει τὴν ἄνοδο. Κατὰ τὸν Γρη­γό­ριο, αὐτὴ εἶναι ἀκρι­βῶς ἡ ὑψη­λό­τε­ρη ἀπὸ ὅλες τὶς ἀλή­θειες. Ἡ ἀλη­θι­νὴ γνώση μας εἶναι ὅτι δὲν γνω­ρί­ζου­με καὶ οὔτε μπο­ροῦ­με νὰ γνω­ρί­σου­με, γιατὶ αὐτὸ ποὺ ζη­τοῦ­με εἶναι πέρα ἀπὸ τὴ γνω­στι­κή μας δύ­να­μη. Ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ φύση του ὁ Θεὸς εἶναι πάνω ἀπὸ τὴ γνώση καὶ τὴν κα­τα­νόη­ση. Ἡ πρώτη ἀρχὴ τῆς θε­ο­λο­γί­ας πρέ­πει νὰ εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀπρό­σι­τος. Αὐτὸ ποὺ μπο­ρεῖ νὰ νο­η­θεῖ διὰ τῆς «θε­ω­ρί­ας» δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐκ­φρα­στεῖ ἐν­νοιο­λο­γι­κά. Ὅποιος ἰσχυ­ρί­ζε­ται ὅτι ὁ Θεὸς μπο­ρεῖ νὰ γνω­σθεῖ δεί­χνει ἁπλῶς ὅτι ἔχει ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸν Ἕνα ὁ Ὁποῖ­ος πραγ­μα­τι­κὰ ὑπάρ­χει, κι ἔχει βάλει στὴ θέση του κάτι ποὺ ὑπάρ­χει μόνο στὴ φαν­τα­σία του καὶ τὸ ὁποῖο δὲν πε­ριέ­χει ἀλη­θι­νὴ ζωή, γιατὶ αὐτὴ ἡ ζωὴ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐκ­φρα­στεῖ μὲ ἔν­νοιες.
Ὁ Μωϋ­σῆς ὁδη­γή­θη­κε μέσα στὸ ἀχει­ρο­ποί­η­το θυ­σια­στή­ριο, κι αὐτὴ εἶναι ἡ ὕψι­στη δυ­να­τό­τη­τα τῆς «θε­ω­ρί­ας». Ἀρ­γό­τε­ρα κα­τα­σκεύ­α­σε μιὰ ὑλικὴ ἀπο­μί­μη­ση αὐτοῦ τοῦ θείου ναοῦ κατ’ ἐν­το­λὴν τοῦ Θεοῦ, ὥστε αὐτὸ τὸ θαῦμα νὰ μὴν ξε­χα­στεῖ καὶ νὰ με­τα­φρα­σθεῖ ἀπὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους στὸν κα­τώ­τε­ρο κόσμο. Κατὰ τὴν ἐξή­γη­ση τοῦ Γρη­γο­ρί­ου, αὐτὸ τὸ ἄϋλο θυ­σια­στή­ριο εἶναι ὁ Χρι­στός, ἡ Δύ­να­μη καὶ ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ. Μέσα στὸ θυ­σια­στή­ριο ὁ Μωϋ­σῆς εἶδε τὶς πνευ­μα­τι­κὲς δυ­νά­μεις ποὺ στη­ρί­ζουν τὸ σύμ­παν. Ὁ Γρη­γό­ριος ἀκο­λου­θεῖ τὸ πα­ρά­δειγ­μα τοῦ Φί­λω­νος ἐξη­γών­τας τὴ συμ­βο­λι­κὴ ση­μα­σία τῶν ἱε­ρα­τι­κῶν ἐν­δυ­μά­των.
Ὁ Μωϋ­σῆς κα­τέ­βη­κε στὸ λαό του μὲ τὶς δέκα ἐν­το­λὲς τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖ­ος ἦταν ὁ πρω­ταί­τιος τῆς οὐ­σί­ας τους καὶ τῆς λε­κτι­κῆς τους δια­τυ­πώ­σε­ως. Ὁ λαός, ὅμως, εἶχε ἁμαρ­τή­σει καὶ εἶχε κα­τα­στεῖ ἀνά­ξιος αὐτῆς τῆς δω­ρε­ᾶς. Ὁ Μωϋ­σῆς ἔσπα­σε τὶς πλά­κες καὶ δια­τά­χθη­κε νὰ γρά­ψει και­νούρ­γιες, καὶ πάνω σ’ αὐτὲς ποὺ ἔγι­ναν ἀπὸ γήινο ὑλικὸ ὁ Θεὸς ξα­να­έ­γρα­ψε τὸ νόμο Του. Ὁ Γρη­γό­ριος θε­ω­ρεῖ ὅτι αὐτὸ εἶναι μιὰ ἀλ­λη­γο­ρι­κὴ ἀπει­κό­νι­ση τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἦταν κά­πο­τε ἀκα­τά­στρε­πτοι καὶ ἀθά­να­τοι. Πλά­στη­καν ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ νόμος Του εἶχε ἐγ­χα­ρα­χθεῖ πάνω τους ὡς ἐγ­καλ­λώ­πι­σμά τους. Κα­τα­θρυμ­μα­τί­στη­καν μὲ τὴν πτώση τους στὴ γῆ ἀλλὰ ἀπο­κα­τα­στά­θη­καν ἀπὸ τὸ Χρι­στό, τὸν ἀλη­θι­νὸ Νο­μο­θέ­τη, ὁ ὁποῖ­ος ἐγ­χά­ρα­ξε πάλι τὸ λίθο τους μὲ τὴ δική Του σάρκα. Γιὰ τὸν Γρη­γό­ριο, τὰ ὑψη­λό­τε­ρα στά­δια «θε­ω­ρί­ας» ἀπο­κα­λύ­πτουν τὸν Χρι­στό, τὸν Σαρ­κω­θέν­τα Λόγο, τὴ «φα­νέ­ρω­ση τοῦ Θεοῦ ἐν σαρκὶ ποὺ ἔγινε γιὰ μᾶς». Εἶναι Αὐτὸς ποὺ εἶδαν οἱ μυ­στι­κοὶ προ­φῆ­τες τῆς Πα­λαιᾶς Δια­θή­κης. Γι’ Αὐτὸν γρά­φτη­κε τὸ «Ἆσμα Ἀσμά­των».
Ὁ Γρη­γό­ριος βλέ­πει τὸν Μωϋσῆ ὡς με­γά­λον μυ­στι­κό. Ὁ Μωϋ­σῆς κα­θάρ­θη­κε καὶ ἀνέ­βη­κε στὸ ὄρος ὅπου μυ­ή­θη­κε στὰ μυ­στή­ρια τοῦ Θεοῦ. Εἶναι πα­ρά­δειγ­μα γιὰ κάθε ψυχή. Κάθε ψυχὴ θὰ πρέ­πει νὰ ἔχει τὴν πίστη νὰ πλη­σιά­ζει κον­τύ­τε­ρα τὸ Θεὸ μέσα στὸ ἀδια­πέ­ρα­στο νέφος Του, καὶ θὰ πρέ­πει νὰ γίνει ὁ λι­θο­ξό­ος τοῦ ἑαυ­τοῦ της ὥστε οἱ ἐν­το­λὲς τοῦ Θεοῦ νὰ χα­ρα­χθοῦν πάνω σ’ αὐτὴν ὅπως χα­ρά­χτη­καν πάνω στὶς πλά­κες τοῦ Μωϋ­σέ­ως. Τότε ἡ ψυχὴ θὰ μπεῖ στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς «θεϊ­κῆς νύ­χτας», καὶ ὁ Νυμ­φί­ος θὰ ’ρθεῖ σ’ αὐτήν. Ὁ Νυμ­φί­ος, ὅμως, δὲν θὰ ἀπο­κα­λυ­φθεῖ, γιατὶ πῶς μπο­ρεῖ νὰ ἀπο­κα­λυ­φθεῖ κάτι τὴ νύχτα. Θὰ στα­θεῖ στὴ θύρα καὶ θὰ χτυ­πή­σει. Θὰ δώσει ση­μεῖο τῆς πα­ρου­σί­ας Του, ἀλλὰ δὲν θὰ μπεῖ μέσα, γιατὶ ἦλθε γιὰ νὰ κα­λέ­σει. Ἀκόμα καὶ ἂν ἡ ὁδὸς φθά­σει στὸ ὕψι­στο ση­μεῖο της, πρέ­πει νὰ ξα­ναρ­χί­σει πάλι. «Αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀκα­τα­νόη­το εἶναι ἀπεί­ρως με­γα­λύ­τε­ρο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ μπο­ροῦ­με νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με. Ὁ Νυμ­φί­ος ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὴν ψυχὴ πολ­λὲς φορές, ἀλλὰ μὲ τὴ φωνή Του ἀπο­κα­λύ­πτει στὴ Νύμφη Του ὅτι δὲν Τὸν ἔχει ἀκόμα δεῖ». Ἕνας ἄν­θρω­πος ποὺ στέ­κε­ται στὴν ὄχθη ἑνὸς πο­τα­μοῦ θὰ εἶναι πάντα στὸ ἀρ­χι­κὸ ση­μεῖο τῆς πα­ρα­τη­ρή­σε­ώς του γιατὶ τὰ νερὰ τρέ­χουν συ­νε­χῶς καὶ ἡ ροή τους μόνο ἀρ­χί­ζει.
Ὁ Γρη­γό­ριος σχο­λιά­ζει ἐπί­σης τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ Θεοῦ στὸ Μωϋσῆ στὴ ρωγμὴ τοῦ βρά­χου (Ἔξο­δος 33,18-23). Ὁ Μωϋ­σῆς ζή­τη­σε ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ τοῦ δεί­ξει τὴ δόξα Του καὶ νὰ τοῦ ἀπο­κα­λύ­ψει τὴν ὁδὸ ποὺ φέρ­νει πρὸς Αὐτόν. «Μιὰ φωνὴ ἄνω­θεν», γρά­φει ὁ Γρη­γό­ριος, «συμ­φώ­νη­σε σ’ αὐτὸ τὸ αἴ­τη­μα καὶ δὲν ἀρ­νή­θη­κε νὰ δώσει αὐτὴ τὴ χάρη, ἀλλ’ αὐτὴ προ­κά­λε­σε μόνο ἀπελ­πι­σία στὸ Μωϋσῆ, γιατὶ ἀπο­κά­λυ­ψε ὅτι ὅ,τι ἐπε­θύ­μη­σε δὲν εἶναι δυ­να­τὸ γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο». Ὁ Μωϋ­σῆς εἶδε μόνο τὰ «ὄπι­σθεν τοῦ Θεοῦ».
Ὅλα αὐτὰ ἔχουν σπου­δαιό­τε­ρη ση­μα­σία. Κι αὐτὴ εἶναι, ὅτι αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ προ­σπά­θειά του νὰ γνω­ρί­σει τὸ Θεὸ εἶναι ἡ ἀλη­θι­νὴ γνώση τοῦ ἀν­θρώ­που γι’ Αὐτόν. «Αὐτὸς ποὺ ἀγω­νί­ζε­ται νὰ γνω­ρί­σει τὸν Θεὸ βλέ­πει μόνο τὰ ὀπί­σθιά Του». «Ὁ Μωϋ­σῆς ἦταν ἀνυ­πό­μο­νος γιὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ ὅλα ὅσα ἔμαθε ἦταν τὸ πῶς νὰ Τὸν δεῖ. Αὐτὸ τὸ πέ­τυ­χε μὲ τὸ νὰ ἀκο­λου­θεῖ πίσω ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ νὰ βα­δί­ζει τὸ δρόμο ποὺ Αὐτὸς ἄφησε σὲ μᾶς τοὺς ἀν­θρώ­πους». Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος δρό­μος γιὰ κεῖ­νον ποὺ ὁδη­γεῖ­ται νὰ δεῖ Ἐκεῖ­νον ποὺ ὁδη­γεῖ. «Ὁποιοσ­δή­πο­τε ἀκο­λου­θεῖ αὐτὸν τὸ δρόμο καὶ ὕστε­ρα πα­ρεκ­κλί­νει ἢ προ­σπα­θεῖ νὰ δεῖ τὸ πρό­σω­πο Αὐτοῦ ποὺ τὸν ὁδη­γεῖ, ὁρί­ζει στὸν ἑαυτό του ἕναν δρόμο ποὺ δὲν ἔχει δοθεῖ ἀπὸ τὸν ἀλη­θι­νὸ Ὁδηγό του». Ὁ Θεὸς εἶπε στὸ Μωϋσῆ ὅτι δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὸ πρό­σω­πό Του. Κατὰ τὴν ἑρ­μη­νεία τοῦ Γρη­γο­ρί­ου, αὐτὸ ση­μαί­νει ὅτι «ποτὲ δὲν θὰ βρε­θεῖ­τε πρό­σω­πο μὲ πρό­σω­πο μὲ Ἐκεῖ­νον ποὺ σᾶς ὁδη­γεῖ, γιατὶ, ἂν βρε­θεῖ­τε, τὸ τα­ξί­δι σας θὰ εἶναι ἀπὸ τὴν ἀν­τί­θε­τη πρὸς Αὐτὸν κα­τεύ­θυν­ση. Αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀγαθὸ ποτὲ δὲν κοι­τά­ζει κα­τά­μα­τα τὴν ἀγα­θό­τη­τα ἀλλὰ ἀκο­λου­θεῖ πίσω της». Γι’ αὐτὸν τὸ λόγο ὁ Θεὸς φα­νε­ρώ­νει ὅτι ὁ ἄν­θρω­πος δὲν μπο­ρεῖ νὰ δεῖ τὸ πρό­σω­πό Του καὶ νὰ πα­ρα­μεί­νει ζων­τα­νός. Γιὰ νὰ δεῖ κά­ποιος τὸ πρό­σω­πο τοῦ Θεοῦ πρέ­πει νὰ ἔρ­χε­ται πρὸς Αὐτόν. Ὁ ἄν­θρω­πος, ὅμως, θὰ πρέ­πει νὰ ἀκο­λου­θεῖ πίσω ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὄχι νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ Τὸν πλη­σιά­σει ἀπὸ τὴν ἀν­τί­θε­τη κα­τεύ­θυν­ση. Ἡ ὁδὸς ποὺ ὁδη­γεῖ ἀπὸ τὴν κα­τεύ­θυν­ση ποὺ εἶναι ἀν­τί­θε­τη πρὸς τὴν ὁδὸ τῆς ἀρε­τῆς εἶναι ἡ ὁδὸς τῆς ἁμαρ­τί­ας.
Ὁ Γρη­γό­ριος σχο­λιά­ζει καὶ ἄλλες πλευ­ρὲς τῆς Βι­βλι­κῆς ἀφη­γή­σε­ως. Ὁ Θεὸς εἶπε στὸ Μωϋσῆ νὰ στα­θεῖ ἐπὶ τῆς πέ­τρας. Αὐτὴ ἡ πέτρα εἶναι ὁ Χρι­στός, ὁ Ὁποῖ­ος εἶναι ἄπει­ρη ἀγα­θό­της. Ὁ Θεὸς ἔβαλε τὸν Μωϋσῆ πάνω σ’ αὐτὴν τὴν πέτρα ὄχι τόσο γιὰ νὰ ἀνα­παυ­θεῖ, ἀλλὰ γιὰ νὰ εἶναι ἐλεύ­θε­ρος νὰ κι­νη­θεῖ πρὸς τὰ ἐμ­πρός. «Ὅποιος ἀνε­βαί­νει δὲν στέ­κε­ται ἤρε­μος, καὶ ὅποιος στέ­κε­ται ἤρε­μος δὲν ἀνε­βαί­νει». Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἀνε­βαί­νει πρέ­πει νὰ εἶναι στα­θε­ρὸς καὶ νὰ μὴν ἀπο­σπᾶ­ται ἀπὸ τὴν ὁδὸ τῆς ἀρε­τῆς. Ὁ Θεὸς ἔδει­ξε συμ­πά­θεια γιὰ τὸν Μωϋσῆ, γιατὶ «ἡ ἐπι­θυ­μία του νὰ τε­λειο­ποι­η­θεῖ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ποτὲ νὰ ἱκα­νο­ποι­η­θεῖ, καὶ ἀγω­νί­ζον­ταν διαρ­κῶς νὰ ἐπι­τύ­χει με­γα­λύ­τε­ρη ἀρετή». Ὁ Θεὸς ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸν Μωϋσῆ, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἱκα­νο­ποί­η­σε τὴ λα­χτά­ρα τοῦ Μωϋσῆ γι’ Αὐτόν. «Ὁ Θεὸς δὲν θὰ ἐμ­φα­νί­ζον­ταν ἂν αὐτὴ ἡ ἐμ­φά­νι­ση μπο­ροῦ­σε νὰ ἱκα­νο­ποι­ή­σει τὴ λα­χτά­ρα τοῦ δού­λου Του».

Ἡ ἀσταμάτητη αὔξηση τῆς μετοχῆς στὸ Θεό

Ο ΣΥ­ΝΕ­ΧΗΣ ἀγώ­νας τοῦ ἀν­θρώ­που, ἡ γνώση του ὅτι ἡ λα­χτά­ρα του δὲν θὰ ἔχει τέλος, καὶ ἡ ἀπό­φα­σή του νὰ τὸ δε­χθεῖ αὐτό, ὅλα αὐτὰ τὸν κα­θι­στοῦν ὅμοιο μὲ τὸ Θεό, γιατὶ κι Αὐτὸς εἶναι ἄπει­ρος. Κάθε τι ποὺ μπο­ροῦ­με νὰ σκε­φθοῦ­με γιὰ τὸ Θεὸ πρέ­πει νὰ εἶναι χωρὶς ὅρια, καὶ γι’ αὐτὸ καὶ ἡ λα­χτά­ρα μας γι’ Αὐτὸν δὲν ἔχει τε­λειω­μό. «Ἐγ­κα­τα­λεί­πον­τας αὐτὸ στὸ ὁποῖο βρι­σκό­μα­στε, ἀνερ­χό­μα­στε στὸ με­γα­λύ­τε­ρο ἀγαθό». Αὐτὸς ὁ ἀγώ­νας δὲν εἶναι μά­ταιος, ἀλλὰ εἶναι μιὰ συ­νε­χὴς πο­ρεία ἀνα­κα­λύ­ψε­ων. «Ὅταν ἡ ψυχὴ με­τέ­χει σὲ πράγ­μα­τα ποὺ εἶναι ἀνώ­τε­ρα ἀπὸ αὐτήν, γί­νε­ται ἀνώ­τε­ρη ἀπὸ τὸν ἑαυτό της. Ἅπαξ καὶ ἀρ­χί­σει αὐτὴ ἡ ἀνά­πτυ­ξη, δὲν στα­μα­τᾶ ποτέ». «Τὰ ἀγαθὰ στὰ ὁποῖα ἡ ψυχὴ με­τέ­χει βρί­σκον­ται μέσα της, καὶ μὲ τὴ συ­νε­χὴ με­το­χή της ἡ ψυχὴ λαμ­βά­νει ἀγαθὰ σὲ ἀφθο­νία». Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ἡ λα­χτά­ρα τῆς ἀγά­πης εἶναι ἰσχυ­ρό­τε­ρη στὰ ὑψη­λό­τε­ρα στά­δια θε­ω­ρί­ας παρὰ στὴν ἀρχή. «Ἡ με­το­χὴ στὸ Θεὸ εἶναι τέ­τοια ὥστε ὅποιος λαμ­βά­νει μέρος σ’ αὐτὴν αὐ­ξά­νε­ται καὶ γί­νε­ται πιὸ δε­κτι­κός. Αὐτὴ ἡ με­το­χὴ ἀνα­πτύσ­σει τὶς δυ­να­τό­τη­τες τοῦ με­τό­χου. Ὅποιος δέ­χε­ται αὐτὴν τὴν τροφὴ αὐ­ξά­νε­ται καὶ δὲν παύει ποτὲ νὰ αὐ­ξά­νε­ται». Ἀκόμα καὶ ὅταν ἑνώ­νε­ται μὲ τὸ ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς ἐπι­θυ­μί­ας της ἡ ψυχὴ αἰ­σθά­νε­ται με­γα­λύ­τε­ρη λα­χτά­ρα. «Καὶ ὅταν ἀκόμα τὸ ἐπι­τύ­χει αὐτό, ἀρ­χί­ζει πάλι νὰ λα­χτα­ρᾶ. Αὐτὴ ἡ μα­κα­ριό­τη­τα τῆς εἶναι ἀπο­λύ­τως ἀναγ­καία, καὶ πι­κραί­νε­ται καὶ θλί­βε­ται ὅταν δὲν ἀπο­κτᾶ τὸ ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς ἐπι­θυ­μί­ας της». Αὐτὸ ποὺ εἶναι τὸ συ­νε­χὲς ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς ἐπι­θυ­μί­ας ξε­φεύ­γει ἀπὸ τὸν «ἐναγ­κα­λι­σμὸ τοῦ νοῦ» καὶ οἱ προ­σπά­θειες τῆς ψυχῆς νὰ τὸ συγ­κρα­τή­σει εἶναι μά­ταιες. «Τὸν ἀνα­ζη­τοῦ­σαν ἀλλὰ δὲν Τὸν εὕ­ρι­σκαν, γιατὶ ἦταν πέρα ἀπὸ τὴ φαν­τα­σία καὶ τὴν ἀν­τί­λη­ψη καὶ χά­νον­ταν μόλις πλη­σί­α­ζε ὁ “λόγος”».
Ἡ ψυχὴ ἁπλώ­νει τὰ χέρια της πρὸς τὴν πηγή της, ἀνα­ζη­τᾶ αὐτὸ ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ πια­στεῖ, καὶ ἔρ­χε­ται πρὸς αὐτὸ ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ κα­τα­λη­φθεῖ… Ψά­χνει γι’ αὐτὸ ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ βρε­θεῖ, καὶ καλεῖ Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἀνέκ­φρα­στος, παρ’ ὅλα τὰ ὀνό­μα­τά Του. Ἔτσι ἡ ψυχὴ μα­θαί­νει ἀπὸ τὴν ἐπα­γρύ­πνη­σή της ὅτι ἀγαπᾶ Κά­ποιον ποὺ εἶναι ἀπρό­σι­τος καὶ ἐπι­θυ­μεῖ Κά­ποιον ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἀγ­κα­λιά­σει. Ἡ ψυχὴ ὑπο­φέ­ρει ἀπὸ τὴν μα­κα­ριό­τη­τα ποὺ εἶναι χωρὶς τέλος καὶ ἀνε­ξάν­τλη­τη. Τὸ ἐξω­τε­ρι­κὸ πε­ρί­βλη­μα τῆς θλί­ψε­ως καὶ τῆς ἀμ­φι­βο­λί­ας ἐξα­φα­νί­ζε­ται μόλις ἀνα­γνω­ρί­σει ὅτι ἡ λα­χτά­ρα, ὁ ἀγώ­νας, καὶ ἡ συ­νε­χὴς ἄνο­δος εἶναι κα­θε­αυ­τὲς ἡ ἀλη­θι­νὴ ἀπό­λαυ­ση αὐτοῦ ποὺ ἐπι­θυ­μεῖ. Ἡ ἐκ­πλή­ρω­ση μιᾶς ἐπι­θυ­μί­ας ὁδη­γεῖ πάντα στὴν ἐπι­θυ­μία κάτι ὑψη­λό­τε­ρου. Γι’ αὐτό, μόλις τὸ ἐξω­τε­ρι­κὸ πε­ρί­βλη­μα τῆς ἀπελ­πι­σί­ας ἐξα­φα­νι­στεῖ, ἡ ψυχὴ βλέ­πει ὅτι τὸ ἀπε­ρί­γρα­πτο κάλ­λος τοῦ ἀν­τι­κει­μέ­νου τῆς ἐπι­θυ­μί­ας της, ποὺ ὑπερ­βαί­νει τὶς προσ­δο­κί­ες της, γί­νε­ται ἀκόμα πιὸ ὄμορ­φο. Ἡ ψυχή, ἔτσι, φθά­νει στὴ μέ­γι­στη ἔν­τα­ση τῆς ἐπι­θυ­μί­ας. Φα­νε­ρώ­νε­ται στὸν Ἀγα­πη­μέ­νο της διὰ μέσου τῶν θυ­γα­τέ­ρων τῆς Ἱε­ρου­σα­λὴμ καὶ πα­ρα­δέ­χε­ται ὅτι ἔχει δε­χθεῖ τὸ ἐκλε­κτὸ βέλος τοῦ Θεοῦ. Ἔχει βα­θειὰ χτυ­πη­θεῖ ἀπὸ τὸ βέλος τῆς πί­στε­ως καὶ ἔχει μοι­ραῖα πλη­γω­θεῖ ἀπὸ τὴν ἀγάπη». Κατὰ τοὺς λό­γους τοῦ Ἰω­άν­νη, «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί». Κατὰ τὴν ἑρ­μη­νεία τοῦ Γρη­γο­ρί­ου, τὸ Ἆσμα Ἀσμά­των πε­ρι­γρά­φει τὴν ἀγάπη καὶ τὴ λα­χτά­ρα ποὺ βιώ­νε­ται ἀπὸ τὸν ἀλη­θι­νὸ πιστό.

Ἡ ἔκσταση ὡς τὸ ὕψιστο στάδιο τῆς ἀνόδου

Η ΚΟ­ΡΥ­ΦΩ­ΣΗ τῆς ἀνό­δου πρὸς τὸ Θεὸ εἶναι μιὰ «θεία καὶ ἱερὴ μέθη» καὶ μιὰ «ἔκ­στα­ση τοῦ νοῦ». Αὐτὴ ἡ ἔκ­στα­ση εἶναι τὸ ὕψι­στο στά­διο τῆς θε­ω­ρί­ας καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ κα­τα­νο­η­θεῖ μὲ τὴ βο­ή­θεια ἐν­νοιῶν ἢ εἰ­κό­νων. Οἱ πε­ρι­γρα­φὲς τῆς ἐκ­στα­τι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας ποὺ μᾶς δίνει ὁ Γρη­γό­ριος εἶναι ἐπη­ρε­α­σμέ­νες ἀπὸ τὴ θε­ω­ρία τοῦ Φί­λω­νος περὶ τῆς γνώ­σε­ως τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ αὐτὸς δὲν δα­νεί­ζε­ται ἁπλῶς ἢ δὲν μι­μεῖ­ται τὴ σκέψη τοῦ Ἕλ­λη­να φι­λο­σό­φου. Ὁ Γρη­γό­ριος χρη­σι­μο­ποιεῖ τὴν ὁρο­λο­γία τοῦ Φί­λω­νος γιὰ νὰ πε­ρι­γρά­ψει τὴν προ­σω­πι­κή του μυ­στι­κὴ ἐμ­πει­ρία, ποὺ εἶναι ὅμοια μὲ τὴν ἐμ­πει­ρία τοῦ Με­γά­λου Βα­σι­λεί­ου καὶ ἄλλων ἀσκη­τῶν τοῦ τέ­ταρ­του αἰώνα καὶ ἀρ­γό­τε­ρα. Ἡ μυ­στι­κὴ ὅρασή τους ἀπο­κα­λύ­πτει τὸν Χρι­στὸ καὶ ὄχι τὸ Λόγο, ὅπως στὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Κλή­μεν­τος τοῦ Ἀλε­ξαν­δρέα καὶ τοῦ Ὠρι­γέ­νη. Ὁ Γρη­γό­ριος ἑρ­μη­νεύ­ει τὸ Ἆσμα Ἀσμά­των ὡς μιὰ ἀπο­κά­λυ­ψη τοῦ Χρι­στοῦ. Τὸ ὑπό­μνη­μά του εἶναι ὄχι μόνο μιὰ πραγ­μα­τεία περὶ μυ­στι­κι­σμοῦ ἀλλὰ ἕνα ἐσω­τε­ρι­κὸ ἡμε­ρο­λό­γιο τῆς μυ­στι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας ποὺ με­τα­δί­δε­ται μὲ τὴ μορφὴ μιᾶς ἑρ­μη­νευ­τι­κῆς πραγ­μα­τεί­ας.

Ὁ γάμος τῆς ψυχῆς μὲ τὸν Θεό

ΣΤΑ ΥΨΗ­ΛΟ­ΤΕ­ΡΑ στά­δια τῆς θε­ω­ρί­ας ἡ ψυχὴ ἑνώ­νε­ται μὲ τὸν Θεό, γί­νε­ται ὅμοια μ’ Αὐτόν, καὶ ζεῖ ἐν Αὐτῷ. «Γί­νε­ται ὅμοια μὲ τὴν ἀπρό­σι­τη φύση Του, ὅταν εἶναι κα­θα­ρὴ καὶ ἀπα­θής». Αὐτὸς εἶναι ὁ μυ­στι­κὸς γάμος τῆς ψυχῆς, ἡ «ἀσώ­μα­τη, πνευ­μα­τι­κή, ἄϋλη ἕνωσή της μὲ τὸν Θεό», ποὺ εἶναι τὸ ὕψι­στο ἀγαθὸ τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ ἡ ὕψι­στη μα­κα­ριό­τη­τά του. Μόλις ἐπι­τευ­χθεῖ αὐτὴ ἡ ἕνωση, μιὰ ἀμοι­βαία πε­ρι­χώ­ρη­ση λαμ­βά­νει χώρα. Ὁ Θεὸς κα­τοι­κεῖ μέσα στὴν ψυχὴ καὶ ἡ ψυχὴ ἐνοι­κεῖ στὸν Θεό. Αὐτὴ ἡ ἐν Θεῷ ζωὴ εἶναι ἀδύ­να­το νὰ ἐκ­φρα­στεῖ καὶ οἱ με­γά­λοι μυ­στι­κοὶ ποτὲ δὲν μπό­ρε­σαν νὰ πε­ρι­γρά­ψουν τὴ θε­ω­ρία τους καὶ τὰ μυ­στή­ρια τοῦ πα­ρα­δεί­σου ποὺ ἔχουν δεῖ. «Ἂν καὶ μπο­ρεῖ ν’ ἀκοῦ­τε λόγια γι’ αὐτήν», γρά­φει ὁ Γρη­γό­ριος, «ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ θὰ πα­ρα­μέ­νει ἀνέκ­φρα­στη». «Οἱ ἰδέες καὶ οἱ ἔν­νοιες εἶναι ἀνε­παρ­κεῖς γιὰ νὰ ἐκ­φρά­σουν τὸ Θεὸ καὶ τί εἶναι Αὐτὸς κατ’ οὐ­σί­αν». Οἱ λέ­ξεις εἶναι ἀσύμ­με­τρες πρὸς τὸ Θεό, γιατὶ Αὐτὸς ὑπερ­βαί­νει τὴ γνώση καὶ τὴ λο­γι­κὴ καὶ εἶναι «ἀνώ­τε­ρος ἀπὸ τὰ πιὸ ὑψηλὰ πράγ­μα­τα». «Ἡ ἀλή­θεια τῆς ὑπάρ­ξε­ως εἶναι ἡ ἀλη­θι­νὴ Ζωή, κι αὐτὴ δὲν εἶναι προ­σι­τὴ στὴ γνώση μας».

Ἡ ἀδυναμία τοῦ Λογικοῦ καὶ τῆς Γνώσεως τοῦ ἀνθρώπου νὰ συλλάβει τὸ Ἄκτιστον Ὄν

Η ΓΝΩΣΗ τοῦ ἀν­θρώ­που εἶναι στα­τι­κὴ καὶ γι’ αὐτὸν τὸ λόγο εἶναι ἀνε­παρ­κὴς γιὰ τὰ «μυ­στή­ρια τοῦ Θεοῦ». Ὁ Γρη­γό­ριος προ­χω­ρεῖ τόσο πολὺ ὥστε νὰ λέγει ὅτι κάθε ἀν­τί­λη­ψη ποὺ ἀπο­κτοῦ­με γιὰ τὸ Θεὸ εἶναι ἕνα «εἴ­δω­λο», μιὰ ἀπα­τη­λὴ εἰ­κό­να. «Κάθε ἰδέα ποὺ δη­μιουρ­γεῖ­ται μὲ τὴ φυ­σι­κὴ λο­γι­κὴ καὶ ὑπό­θε­ση, ἢ εἶναι κα­τα­νο­η­τὴ ἀπὸ τὸ νοῦ, ἀπο­τε­λεῖ ἕνα θεϊκὸ εἴ­δω­λο καὶ δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὸν ἴδιο τὸ Θεό». «Οἱ ἀν­τι­λή­ψεις τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου νοῦ σχη­μα­τί­ζον­ται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς θε­ω­ρί­ας καὶ τῆς πα­ρα­τη­ρή­σε­ως τοῦ ὁρα­τοῦ, κτι­στοῦ κό­σμου, καὶ ὅταν ὁ νοῦς ὑψω­θεῖ πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς κτι­στῆς φύ­σε­ως, ἀνα­γνω­ρί­ζει τὴν ἀνε­πάρ­κεια τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου λο­γι­κοῦ. «Ἡ ἀπό­στα­ση ποὺ χω­ρί­ζει τὴν ἄκτι­στη ὕπαρ­ξη ἀπὸ κάθε κτι­στὴ οὐσία εἶναι με­γά­λη καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ γε­φυ­ρω­θεῖ».
Ὁ Θεὸς εἶναι πέρα ἀπὸ ὀνό­μα­τα. Δὲν ἔχει κα­νέ­να κύριο ὄνομα, γιατὶ «ἡ ὕπαρ­ξή Του εἶναι ὑπε­ρά­νω ὁρι­σμοῦ καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ μιὰ λέξη ἢ σ’ ἕνα ὄνομα». Ὅλα τὰ ὀνό­μα­τα καὶ ὅλες οἱ ἔν­νοιες ἐνέ­χουν πε­ριο­ρι­σμὸ καὶ ὁρι­σμό, ἀλλὰ ὁ Θεὸς εἶναι ἄπει­ρος καὶ χωρὶς ὅρια καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ὁρι­στεῖ. «Γνω­ρί­ζου­με ὅτι αὐτὸ τὸ Ὂν ὑπάρ­χει, ἀλλὰ δὲν ὑπάρ­χει κα­νέ­να ὄνομα ποὺ νὰ μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­λά­βει πλή­ρως τὴν ἀνέκ­φρα­στη καὶ ἄπει­ρη φύση Του. Ἂν ὑπάρ­χει ἕνα τέ­τοιο ὄνομα, δὲν τὸ γνω­ρί­ζου­με».
Δὲν μπο­ροῦ­με νὰ κα­τα­λά­βου­με τὸ Θεὸ προ­σπα­θών­τας νὰ δια­κρί­νου­με τὶς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὲς ἰδιό­τη­τές Του, γιατὶ ἡ φύση Του εἶναι ἀσύν­θε­τη (ἁπλή) καὶ ἄπει­ρη. Δὲν ἔχει καμιὰ ἀρχὴ καὶ δὲν ὑπάρ­χει τί­πο­τε τὸ ἰδιά­ζον ποὺ ὁρί­ζει τὴν οὐσία Του παρὰ μόνο τὸ ἴδιο τὸ γε­γο­νὸς ὅτι αὐτὴ ἡ οὐσία εἶναι πέρα ἀπὸ κάθε δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἐκ­φρα­στεῖ μὲ ἔν­νοιες. Κατὰ τὴ «θε­ω­ρία» τοῦ Θεοῦ, δὲν ὑπάρ­χει τί­πο­τα πάνω στὸ ὁποῖο ὁ νοῦς τοῦ ἀν­θρώ­που μπο­ρεῖ νὰ συγ­κεν­τρώ­σει τὴν προ­σο­χή του. «Εἶναι σὰν μιὰ ἀπέ­ραν­τη θά­λασ­σα ποὺ δὲν μᾶς δίνει κά­ποιο ση­μά­δι μὲ τὸ ὁποῖο νὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ ἀνα­κα­λύ­ψου­με τὴν ἀρχή της». Αὐτὸ συμ­βαί­νει γιατὶ ἡ ἱκα­νό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που νὰ σχη­μα­τί­ζει ἔν­νοιες εἶναι πε­ριο­ρι­σμέ­νη. «Ὅταν “θε­ω­ροῦ­με” τὸ Θεὸ δὲν πρέ­πει νὰ πε­ριο­ρι­ζό­μα­στε ἀπὸ κα­νέ­ναν προσ­διο­ρι­σμό: οὔτε ἀπὸ τὸν χρόνο, οὔτε ἀπὸ τὸν χῶρο, οὔτε ἀπὸ τὸ χρῶμα, οὔτε ἀπὸ τὸ σχῆμα, οὔτε ἀπὸ κα­νέ­να ὄνομα ἢ πρᾶγ­μα ἢ ἀπὸ καμιὰ ἔν­νοια». Ἡ «θε­ω­ρη­τι­κὴ» σκέψη πρέ­πει νὰ βρί­σκε­ται σὲ συ­νε­χὴ κί­νη­ση. Ὁ Γρη­γό­ριος γρά­φει: «Τὸ πιὸ βα­σι­κὸ δόγμα μας εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς δὲν μπο­ρεῖ νὰ νο­η­θεῖ ἀπὸ ἕνα ὄνομα ἢ ἀπὸ μιὰ ἔν­νοια ἢ ἀπὸ κά­ποια γνω­στι­κὴ λει­τουρ­γία τοῦ νοῦ. Εἶναι πέρα ἀπὸ τὴν νόηση τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ τῶν ἀγ­γέ­λων καὶ τῶν οὐ­ρα­νί­ων δυ­νά­με­ων. Εἶναι ἀνέκ­φρα­στος καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ προσ­διο­ρι­στεῖ μὲ λέ­ξεις. Ὑπάρ­χει μόνο ἕνας ὁρι­σμὸς ποὺ μᾶς βοηθᾶ νὰ γνω­ρί­σου­με τὸ κύριο ὄνομά Του κι αὐτὸς εἶναι ὅτι μόνον Αὐτὸς εἶναι ὑπε­ρά­νω παν­τὸς ὁρι­σμοῦ».
Ἡ «θε­ω­ρία» τοῦ Θεοῦ πρέ­πει νὰ εἶναι ἄπει­ρη. Οἱ λέ­ξεις δὲν ἐπαρ­κοῦν γι’ Αὐτόν. «Ὑπάρ­χει μόνο ἕνα ὄνομα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ δη­λώ­σει τὸ Θεὸ κι αὐτὸ εἶναι ὁ ἀνέκ­φρα­στος θαυ­μα­σμὸς ποὺ δη­μιουρ­γεῖ­ται στὴν ψυχὴ μόλις αὐτὴ σκε­φθεῖ τὸν Θεό». Ἡ ψυχὴ γί­νε­ται σιω­πη­λή, «γιατὶ εἶναι ἡ ὥρα νὰ σω­πά­σει καὶ νὰ δια­φυ­λά­ξει τὸ ἀνεί­πω­το θαῦμα αὐτῆς τῆς ἀνέκ­φρα­στης δύ­να­μης». Ἡ πε­ριέρ­γεια γιὰ τὸ ποιὸ εἶναι τὸ κα­τάλ­λη­λο ὄνομα τῆς ἀνέκ­φρα­στης φύ­σε­ως τοῦ Θεοῦ μπο­ρεῖ νὰ ὁδη­γή­σει μόνο σὲ πλάνη. «Τὸ ὄνομά σου εἶναι σμύρ­να ποὺ ἔχει ἐκ­χυ­θεῖ». Γνω­ρί­ζου­με τὴ θεϊκὴ σμύρ­να ἀπὸ τὴ γλυ­κύ­τη­τα τῆς ὀσμῆς της ἀλλὰ ἡ φύση αὐτῆς τῆς μυ­στη­ριώ­δους οὐ­σί­ας δὲν μπο­ρεῖ νὰ κα­το­νο­μα­στεῖ. Ὁ Γρη­γό­ριος γρά­φει συμ­πε­ρα­σμα­τι­κά, «Γνω­ρί­ζου­με τὴν ἔκτα­ση τῆς δόξας Ἐκεί­νου ποὺ λα­τρεύ­ου­με ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ γε­γο­νὸς ὅτι δὲν μπο­ροῦ­με νὰ νο­ή­σου­με τὸ ἀσύγ­κρι­το με­γα­λεῖο Του».

Ἡ διάκριση ἀνάμεσα στὴ «θεωρία» τοῦ Θεοῦ καὶ στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ

Η «ΘΕ­Ω­ΡΙΑ» τοῦ Θεοῦ πρέ­πει νὰ δια­κρι­θεῖ ἀπὸ τὴ «γνώση» τοῦ Θεοῦ. «Ὁ Κύ­ριος μᾶς εἶπε ὅτι ἡ μα­κα­ριό­τη­τα δὲν βρί­σκε­ται στὴ γνώση μας γιὰ τὸ Θεό, ἀλλὰ στὸ νὰ Τὸν ἔχου­με μέσα στὴν καρ­διά μας», γρά­φει ὁ Γρη­γό­ριος. Στὸ ὕψος τῆς πνευ­μα­τι­κῆς θε­ω­ρί­ας ὁ ἄν­θρω­πος εἶναι κοντὰ στὸ Θεὸ καὶ τὰ θεϊκὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ποὺ ἔχει μέσα του ἀπο­κα­λύ­πτον­ται σ’ αὐτόν. Ἀλλά, ἀκόμα καὶ τότε, ἡ ἀλη­θι­νὴ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀδύ­να­τη. «Ἄσχε­τα ἀπὸ τὸ πόσο με­γά­λο μπο­ρεῖ νὰ εἶναι τὸ βε­λη­νε­κὲς τῆς ὁρά­σε­ώς του, κα­νέ­να δη­μιούρ­γη­μα δὲν μπο­ρεῖ ποτὲ νὰ ξε­φύ­γει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ἔστω κι ἂν νο­μί­ζει ὅτι βλέ­πει κάτι ἀνώ­τε­ρο. Δὲν ἔχει ἐκ φύ­σε­ως τὴν ἱκα­νό­τη­τα νὰ δεῖ ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του». Αὐτὸ ἀλη­θεύ­ει ἰδιαί­τε­ρα ὅταν προ­σπα­θοῦ­με νὰ γνω­ρί­σου­με τὸν Θεό.
Ὁ Θεός, ὅπως γνω­ρί­ζε­ται ἀπὸ τὸν ἄν­θρω­πο, εἶναι μόνο μιὰ εἰ­κο­νι­κὴ πα­ρά­στα­ση ποὺ ὁ νοῦς ἔχει ἐμ­φύ­τως διαι­σθαν­θεῖ καὶ ἔχει σκια­γρα­φή­σει κατὰ τὸν ἀγώνα του νὰ Τὸν πλη­σιά­σει. Κατὰ τὴ «θε­ω­ρία» τοῦ νο­η­τοῦ ὄντος ὁ νοῦς προ­χω­ρεῖ πέρα ἀπὸ τὴ γνώση ποὺ προ­έρ­χε­ται ἀπὸ τὶς αἰ­σθή­σεις, καὶ «εἰ­κά­ζον­τάς το» προ­σπα­θεῖ νὰ ἀδρά­ξει αὐτὸ ποὺ δια­φεύ­γει ἀπὸ τὶς αἰ­σθή­σεις. Κάθε ἄν­θρω­πος προ­σεγ­γί­ζει αὐτὸ ποὺ ἀνα­ζη­τεῖ κατὰ δια­φο­ρε­τι­κὸ τρόπο, καὶ ὕστε­ρα «προ­σπα­θεῖ νὰ δια­τυ­πώ­σει τὴν ἀν­τί­λη­ψη ποὺ σχη­μά­τι­σε γιὰ τὸ ἀν­τι­κεί­με­νό του, προ­σπα­θών­τας νὰ κάνει τὴ ση­μα­σία τῶν λέ­ξε­ών του νὰ ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται ὅσο πε­ρισ­σό­τε­ρο εἶναι δυ­να­τὸ πρὸς αὐτὸ ποὺ ἔχει κα­τα­λά­βει». Ἔτσι, ἡ γλώσ­σα καὶ ἡ γνώση εἶναι συμ­βο­λι­κὲς μόνο. Ὅταν μι­λοῦ­με γιὰ τὸ Θεό, τὰ ὀνό­μα­τα ποὺ χρη­σι­μο­ποιοῦ­με δὲν χρη­σι­μεύ­ουν στὸ νὰ ἐνι­σχύ­σουν κά­ποια ἀξιό­πι­στη ἀν­τί­λη­ψη ποὺ ἔχου­με γι’ Αὐτόν, ἀλλὰ εἶναι ἁπλῶς σύμ­βο­λα ἢ ἀνα­λο­γί­ες ποὺ τὸν «ὑπο­δη­λώ­νουν» ἢ Τὸν δεί­χνουν. Γι’ αὐτό, αὐτὲς οἱ λέ­ξεις δὲν ἔχουν καμιὰ ση­μα­σία ἔξω ἀπὸ τὴν συγ­κε­κρι­μέ­νη ἐμ­πει­ρία, στὴν ὁποία καὶ μόνο ἡ ση­μα­σία τους ἢ ὁ συμ­βο­λι­σμός τους ἀπο­κα­λύ­πτε­ται καὶ κα­τα­νο­εῖ­ται.
«Ὁ ἀν­θρώ­πι­νος νοῦς ἀγω­νί­ζε­ται νὰ κα­τα­νο­ή­σει τὴν ἀπρό­σι­τη ὑπέρ­τα­τη Φύση καὶ νὰ ἔλθει σὲ ἐπαφὴ μαζί της. Δὲν ἔχει τόση ἀν­τί­λη­ψη ὥστε νὰ δεῖ κα­θα­ρὰ τὸ ἀό­ρα­το, ἀλλὰ συγ­χρό­νως δὲν εἶναι τε­λεί­ως ἀνί­κα­νος νὰ τὸ προ­σεγ­γί­σει καὶ νὰ εἰ­κά­σει αὐτὸ ποὺ ἀνα­ζη­τεῖ. Ὁ νοῦς μπο­ρεῖ νὰ εἰ­κά­σει ἐν μέρει τὸ ἀν­τι­κεί­με­νό του μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ πα­ρα­γω­γι­κοῦ καὶ τοῦ συμ­πε­ρα­σμα­τι­κοῦ συλ­λο­γι­σμοῦ, καὶ δια­κρί­νει μιὰ ἄλλη ἄποψη λόγῳ ἀκρι­βῶς τῆς ἀδυ­να­μί­ας του νὰ ἀν­τι­λη­φθεῖ τὴν ἀλή­θεια. Ἡ κα­τα­νόη­ση ὅτι αὐτὸ τὸ ἀν­τι­κεί­με­νο εἶναι πέρα ἀπὸ τὴν ἀν­τι­λη­πτι­κή του δύ­να­μη εἶναι ἡ ἀλη­θι­νὴ γνώση γι’ αὐτό. Ὁ νοῦς μπο­ρεῖ νὰ κα­τα­νο­ή­σει αὐτὸ ποὺ δὲν εἶναι ἕνα μέρος τῆς φύ­σε­ως τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ δὲν κα­τα­νο­εῖ ὅ,τι θὰ ἔπρε­πε νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ἀλη­θι­νὰ δικό Του». Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς ἔχει πολλὰ ὀνό­μα­τα, καὶ μόνο μὲ τὸ σύ­νο­λο αὐτῶν τῶν ὀνο­μά­των ὁ ἀν­θρώ­πι­νος νοῦς μπο­ρεῖ νὰ ἐπι­χει­ρή­σει νὰ ἐκ­φρά­σει τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἀπο­κτή­σει διὰ τῆς «θε­ω­ρί­ας». Αὐτὰ τὰ ὀνό­μα­τα εἶναι «σὰν λάμ­που­σες σπί­θες ποὺ δὲν μπο­ροῦν νὰ κα­τα­στή­σουν πλή­ρως ὁρατὴ τὴ ση­μα­σία ποὺ πε­ριέ­χουν». «Ἀλλὰ ὅταν τὶς πά­ρε­τε αὐτὲς μέσα σας, μὲ τὴν πίστη σας θὰ βά­λε­τε τὸν ἑαυτό σας ὑπὸ τὸν ζυγὸ Ἐκεί­νου ὁ ὁποῖ­ος θὰ εἰ­σέλ­θει μέσα μας καὶ θὰ ἐν­σαρ­κω­θεῖ μέσα σας. Γιατὶ σεῖς εἶστε ὁ θρό­νος Του, καὶ μπο­ρεῖ­τε νὰ κά­νε­τε τὸν ἑαυτό σας κα­τοι­κία Του».

Τὰ δύο εἴδη θείων ὀνομάτων καὶ ἡ ἀδυναμία τους νὰ ὁρίσουν τὸν Θεό

Ο ΓΡΗ­ΓΟ­ΡΙΟΣ ἀκο­λου­θεῖ τὸν τρόπο σκέ­ψε­ως τοῦ Με­γά­λου Βα­σι­λεί­ου καὶ δια­κρί­νει δύο εἴδη ὀνο­μά­των. Με­ρι­κὰ ὀνό­μα­τα εἶναι ἀρ­νη­τι­κὰ καὶ προ­σπα­θοῦν νὰ ἐκ­φρά­σουν τὸν Θεὸ ὑπο­δη­λώ­νον­τας ὅτι οἱ ἰδιό­τη­τές Του εἶναι ἀν­τί­θε­τες ἀπὸ τὶς ἰδιό­τη­τες τῆς δη­μιουρ­γί­ας. «Ἡ ἔν­νοια κα­θε­νὸς ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὀνό­μα­τα ὑπο­δη­λώ­νει ἁπλῶς τὴν “ἑτε­ρό­τη­τα” τοῦ Θεοῦ ἔναν­τι ἐκεί­νων ποὺ κα­τα­νο­οῦ­με, ἀλλὰ δὲν δη­λώ­νουν τὴν πραγ­μα­τι­κὴ φύση Του». Αὐτὴ ἡ ὁμάδα πε­ρι­λαμ­βά­νει ὄχι μόνον ὀνό­μα­τα ποὺ εἶναι ἀπο­φα­τι­κὰ ἢ ἀρ­νη­τι­κά, ἀλλὰ καὶ θε­τι­κὰ ὀνό­μα­τα ποὺ ὑπο­δη­λώ­νουν ἀπου­σία τοῦ ἀν­τι­θέ­του. Ὁ Γρη­γό­ριος θε­ω­ρεῖ ὅτι ἀκόμα καὶ τὸ ὄνομα «Ὁ Ἕνας ποὺ εἶναι Ἀγα­θὸς» δὲν ἐκ­φρά­ζει τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι κακὸς καὶ ὅτι εἶναι τὸ ἀν­τί­θε­το τοῦ κακοῦ. Ὅταν ὀνο­μά­ζου­με τὸν Θεὸ «Ἀρχήν», ὑπο­δη­λώ­νου­με ὅτι Αὐτὸς δὲν ἔχει καμιὰ ἀρχὴ ἀλλὰ εἶναι αἰ­ώ­νιος. «Αὐτὰ τὰ ὀνό­μα­τα εἶναι ἕνας κα­τά­λο­γος ἐλατ­τω­μα­τι­κῶν καὶ κακῶν πραγ­μά­των ποὺ δὲν εἶναι ὁ Θεός». Ἐκ­φρά­ζουν τὴν πρό­ο­δο τοῦ νοῦ καθὼς ἀπο­κα­θαί­ρε­ται καὶ ἀπαλ­λάσ­σε­ται ὅλο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπὸ τὰ αἰ­σθη­τὰ κατὰ τὴν ἄνοδό του πρὸς τὴν ἀνέκ­φρα­στη γνώση τοῦ Θεοῦ.
Ἕνα ἄλλο εἶδος ὀνο­μά­των προ­έρ­χε­ται ἀπὸ τὶς πρά­ξεις καὶ τὴν ἐνέρ­γεια τοῦ Θεοῦ, γιατὶ «Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἀό­ρα­τος ἐκ φύ­σε­ως γί­νε­ται ὁρα­τὸς μὲ τὴ δρα­στη­ριό­τη­τά Του καὶ μπο­ρεῖ νὰ γίνει αἰ­σθη­τὸς σὲ πράγ­μα­τα ὁλό­γυ­ρά Του». Κι αὐτὰ τὰ ὀνό­μα­τα εἶναι ἀνε­παρ­κὴ γιὰ τὴν ὕπαρ­ξη τοῦ Θεοῦ. «Αὐτὸς ποὺ εἶναι ὑπε­ρά­νω ὀνο­μά­των παίρ­νει πολλὰ καὶ δια­φο­ρε­τι­κὰ ὀνό­μα­τα ἀπὸ μᾶς, γιατὶ ἡ Χάρη Του σὲ μᾶς εἶναι πο­λυει­δής». Αὐτὰ τὰ ὀνό­μα­τα δὲν προσ­διο­ρί­ζουν τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπὸ τὴ δρα­στη­ριό­τη­τα τοῦ Θεοῦ «ποὺ σχε­τί­ζε­ται μὲ μᾶς». Χρη­σι­μεύ­ουν ἀκόμα στὸ νὰ ἐνι­σχύ­ουν τὴν ὀρ­θο­δο­ξία μας. «Ἐκ­φρά­ζου­με κάθε τι ποὺ συλ­λαμ­βά­νου­με στὸ νοῦ μας γιὰ τὸν Θεὸ μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς ὀνό­μα­τος, καὶ κα­νέ­να ὄνομα δὲν ἔχει ἀπο­δο­θεῖ στὸν Θεὸ ποὺ νὰ μὴν ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ει μιὰ ὁρι­σμέ­νη ἀν­τί­λη­ψη. Ὁπωσ­δή­πο­τε, οἱ πρά­ξεις δὲν μᾶς δί­δουν καμιὰ με­μο­νω­μέ­νη ἐν­τύ­πω­ση γι’ αὐτὸν ποὺ τὶς ἔκανε. «Ἂν θέλω νὰ γνω­ρί­σω κάτι γιὰ τὸ νοῦ καὶ μοῦ δεί­ξεις ἕνα λόφο ἄμμου ποὺ συσ­σώ­ρευ­σε ὁ ἄνε­μος ἢ τὴ σκόνη ποὺ ξε­σή­κω­σε ὁ ἀέρας, δὲν μοῦ ἔχεις δώσει ἀπάν­τη­ση στὸ ἐρώ­τη­μά μου». Ὅλα ὅσα μπο­ροῦ­με νὰ γνω­ρί­ζου­με πα­ρα­τη­ρών­τας τὰ ἀπο­τε­λέ­σμα­τα τῆς δρα­στη­ριό­τη­τας τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅτι Αὐτὸς εἶναι ἡ πηγή τους.
«Τὰ θαύ­μα­τα ποὺ πα­ρα­τη­ροῦ­με στὸ σύμ­παν εἶναι ἡ βάση γιὰ τὶς θε­ο­λο­γι­κὲς ἔν­νοιες κατὰ τὶς ὁποῖ­ες ὁ Θεὸς ὀνο­μά­ζε­ται σοφός, παν­το­δύ­να­μος, ἀγα­θός, ἅγιος, ἱερός, αἰ­ώ­νιος, ὁ Κρι­τής, ὁ Σωτήρ, καὶ οὕτω κα­θε­ξῆς». Τὰ θαύ­μα­τα ἀπο­κα­λύ­πτουν στὴ δη­μιουρ­γία τὴ δόξα καὶ τὸ με­γα­λεῖο τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ ὄχι στὴν ὁλό­τη­τά τους, γιατὶ ἡ Θεία ἐνέρ­γεια ποὺ ἀπο­κα­λύ­πτε­ται σ’ αὐτὰ εἶναι μόνο με­ρι­κή. «Τὰ θαύ­μα­τα ποὺ λαμ­βά­νουν χώρα στὸν κόσμο δὲν δί­νουν σαφὴ μαρ­τυ­ρία ὡς πρὸς ἐκεί­νη τὴ δύ­να­μη ποὺ εἶναι ἡ πηγή τῆς ἐνερ­γεί­ας τους. Δὲν λέγω τί­πο­τε γιὰ τὴ φύση ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ αὐτῆς τῆς δυ­νά­με­ως. Τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ὑπερ­βαί­νουν τὶς δυ­να­τό­τη­τες τῆς κα­τα­νο­ή­σε­ως τοῦ ἀν­θρώ­που». Ὁ κτι­στὸς κό­σμος εἶναι πολὺ μι­κρὸς γιὰ νὰ πε­ρι­λά­βει τὴν ἄπει­ρη Σοφία, Δύ­να­μη, καὶ Δόξα τοῦ Θεοῦ, ἢ γιὰ νὰ εἶναι πλή­ρης καὶ ἀλη­θι­νὴ εἰ­κό­να τοῦ Θεοῦ.
«Ἀπὸ τὴ μαρ­τυ­ρία τῆς Ἁγίας Γρα­φῆς», γρά­φει ὁ Γρη­γό­ριος, «γνω­ρί­ζου­με ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀνέκ­φρα­στος καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ὀνο­μα­σθεῖ, καὶ ἰσχυ­ρι­ζό­μα­στε ὅτι κάθε ὄνομα, εἴτε μᾶς εἶναι γνω­στὸ ἀπὸ κάτι ποὺ προ­σι­διά­ζει στὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύση μας εἴτε ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, εἶναι ἁπλῶς μιὰ ἑρ­μη­νεία μιᾶς κα­τα­νο­ή­σε­ως τοῦ Θεοῦ». Τὰ ὀνό­μα­τα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅλα ἐπι­νο­ή­σεις τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου νοῦ, ὁ ὁποῖ­ος προ­σπά­θη­σε νὰ ἐκ­φρά­σει τὴ γνώση του γιὰ τὸν Θεὸ πε­ρι­γρά­φον­τας αὐτὸ ποὺ διαι­σθάν­θη­κε ἢ στο­χά­στη­κε. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἄποψη αὐτὰ τὰ ὀνό­μα­τα εἶναι κατὰ κά­ποιο τρόπο ἄχρη­στα. Ὁπωσ­δή­πο­τε, μπο­ροῦν νὰ γί­νουν ψεύ­τι­κα εἴ­δω­λα, ὅταν ὁ νοῦς με­γα­λο­ποι­ή­σει τὴν πε­ριο­ρι­σμέ­νη ἀξία τους θε­ω­ρών­τας τα ὅτι ἐπαρ­κοῦν νὰ ἐκ­φρά­σουν τὸν Θεό. Ἀνα­φε­ρό­με­νος στοὺς Εὐ­νο­μια­νοὺς ὁ Γρη­γό­ριος γρά­φει ὅτι ὁ αἱ­ρε­τι­κὸς δά­σκα­λός τους «ἔχει κατὰ φλύ­α­ρο τρόπο φτιά­ξει ἕνα εἴ­δω­λο τῆς ἀν­τι­λή­ψε­ώς του». «Ἔχει θε­ο­ποι­ή­σει τὴν ἔν­νοια τῆς λέ­ξε­ως “ἀγέν­νη­τον”. Κατὰ τὴ θε­ώ­ρη­ση τοῦ Εὐ­νο­μί­ου, αὐτὸ δὲν ἦταν μιὰ ποιό­τη­τα ποὺ μπο­ρεῖ σχε­τι­κὰ ν’ ἀπο­δο­θεῖ στὸν Θεό, ἀλλὰ αὐτὸς πι­στεύ­ει ὅτι ἡ ἴδια ἡ “ἀγεν­νη­σία” εἶναι ὁ Θεός».
Στὴν πο­λε­μι­κή του κατὰ τοῦ Εὐ­νο­μί­ου, ὁ Γρη­γό­ριος ἐξε­τά­ζει προ­σε­κτι­κὰ τὰ ὀνό­μα­τα τοῦ Θεοῦ καὶ δεί­χνει ὅτι οὔτε ἕνα ἀπὸ αὐτὰ δὲν προσ­διο­ρί­ζει ἀλη­θι­νὰ καὶ ἐπαρ­κῶς τὴν οὐσία Του. Δεί­χνει ὅτι ἡ Ἁγία Γραφὴ «δὲν δή­λω­σε τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ οὔτε τὴν κα­τέ­στη­σε γνω­στή, γιατὶ αὐτὴ εἶναι ἀδύ­να­το νὰ κα­τα­νο­η­θεῖ καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ δώσει καμιὰ ὑπε­ρο­χὴ στὸν πε­ρί­ερ­γο». Οἱ συγ­γρα­φεῖς τῆς Ἁγίας Γρα­φῆς «δὲν ἐν­δια­φέρ­θη­καν νὰ δώ­σουν ἕνα ὄνομα στὸν Θεό, γιατὶ Αὐτὸς εἶναι ὑπέρ­τε­ρος ὅλων τῶν ὀνο­μά­των». Ἀκόμα καὶ τὸ μυ­στη­ριῶ­δες ὄνομα «ὁ Ὤν», ποὺ εἶναι γνω­στὸ μέσα σ’ ὅλη τὴν ἀπο­κά­λυ­ψη, δὲν εἶναι ἱκα­νο­ποι­η­τι­κό. Αὐτὸ ἀκρι­βῶς τὸ ὄνομα, ποὺ δὲν εἶναι πε­ρι­γρα­φι­κὸ καὶ δὲν ἀπο­δί­δει τί­πο­τε στὸ ὑπο­κεί­με­νό του, ἐπι­βε­βαιώ­νει τὴν ἀλή­θεια ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἔχει κα­νέ­να ὄνομα καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ὀνο­μα­σθεῖ. «Με­ρι­κὰ ὀνό­μα­τα προ­σπα­θοῦν νὰ ἐκ­φρά­σουν μιὰ ἀν­τί­λη­ψη γιὰ τὴν ὕπαρ­ξη τοῦ Θεοῦ καὶ ἄλλα προ­σπα­θοῦν νὰ ἐκ­φρά­σουν τὸν τρόπο ὑπάρ­ξε­ώς Του. Ἀλλὰ μέχρι σή­με­ρα ὁ Θεὸς εἶναι ἀνέκ­φρα­στος καὶ δὲν ἔχει δια­σα­φη­νι­σθεῖ ἀπὸ ὅ,τι ἔχει λε­χθεῖ γι’ Αὐτόν». Ὁ Γρη­γό­ριος γρά­φει συμ­πε­ρα­σμα­τι­κά: «Δὲν μπο­ροῦ­με νὰ γνω­ρί­σου­με τί­πο­τε γιὰ τὸ Θεὸ παρὰ μόνο ὅτι ὑπάρ­χει, γιατὶ αὐτὸς ἔχει ἀπο­κα­λυ­φθεῖ μὲ τοὺς λό­γους “Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ὤν”».

Ἡ διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῶν ἐννοιῶν

Η ΔΙ­ΔΑ­ΣΚΑ­ΛΙΑ τοῦ Γρη­γο­ρί­ου γιὰ τὰ ὀνό­μα­τα τοῦ Θεοῦ προ­έρ­χε­ται ἀπὸ τὴν περὶ ἐν­νοιο­λο­γί­ας καὶ ὀνο­μα­το­λο­γί­ας ἐν γένει θε­ω­ρία του. Αὐτὴ ἡ δι­δα­σκα­λία του ἀνα­πτύ­χθη­κε γιὰ νὰ ἀν­τι­κρού­σει τὶς δι­δα­σκα­λί­ες τοῦ Εὐ­νο­μί­ου, ἀλλὰ δὲν ὑπάρ­χει λόγος νὰ ὑπο­θέ­σου­με ὅτι οἱ “πο­λε­μι­κὲς” σκέ­ψεις ἀνάγ­κα­σαν τὸ Γρη­γό­ριο νὰ ἐκ­φρά­σει τὶς ἀπό­ψεις του μόνον ἐλ­λι­πῶς. Δὲν ὑπάρ­χουν ἐπί­σης λόγοι νὰ θε­ω­ρή­σου­με τὸν Γρη­γό­ριο σκε­πτι­κι­στὴ ἢ νο­μι­να­λι­στή (nom­i­nal­ist), ἢ νὰ ἰσχυ­ρι­στοῦ­με ὅτι ἡ περὶ τῶν ὀνο­μά­των θε­ω­ρία του δια­φέ­ρει στὶς βα­σι­κὲς προ­τά­σεις της ἀπὸ τὸ θρη­σκευ­τι­κὸ καὶ με­τα­φυ­σι­κό του σύ­στη­μα. Ὅ,τι φαί­νε­ται ὡς «νο­μι­να­λι­σμὸς» στὴ θε­ω­ρία τοῦ Γρη­γο­ρί­ου, εἶναι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἁπλῶς ἡ λο­γι­κὴ συ­νέ­πεια τῆς χρη­σι­μο­ποι­ή­σε­ως ἀπὸ αὐτὸν ἀρ­νη­τι­κῶν ἰδιο­τή­των γιὰ νὰ προσ­διο­ρί­σει τὸν Θεό. Ἡ περὶ ὀνο­μά­των θε­ω­ρία τοῦ Γρη­γο­ρί­ου εἶναι, κατὰ βάση ἐπε­ξερ­γα­σία τῶν ἰδεῶν τοῦ Πλά­τω­νος πάνω στὸ ἴδιο θέμα. Οἱ ἀπό­ψεις τοῦ Εὐ­νο­μί­ου εἶναι πα­ρό­μοιες μ’ ἐκεῖ­νες ποὺ ἐκ­φρά­στη­καν ἀπὸ τὸν Κρα­τύ­λο στὸν ὁμώ­νυ­μο διά­λο­γο τοῦ Πλά­τω­νος.
Ὁ Γρη­γό­ριος θε­ω­ρεῖ ὅτι οἱ λέ­ξεις εἶναι «ἐπι­νο­ή­σεις («ἐπί­νοιαι») τοῦ ἀν­θρω­πί­νου νοῦ». Γι’ αὐτὸν τὸ λόγο ὑπάρ­χουν πολ­λὲς γλῶσ­σες. «Ἂν ὁ νόμος τῆς φύ­σε­ως εἶχε ἐπι­βά­λει τὰ ὀνό­μα­τα νὰ προ­έλ­θουν ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ ἀν­τι­κεί­με­να, κατὰ τὸν τρόπο ποὺ αὐ­ξά­νουν τὰ φυτὰ ἀπὸ τοὺς σπό­ρους καὶ τὶς ρίζες», γρά­φει ὁ Γρη­γό­ριος, «τότε ὅλοι οἱ ἄν­θρω­ποι θὰ μι­λοῦ­σαν μία γλῶσ­σα». Ὁ Πύρ­γος τῆς Βαβὲλ δὲν ὑπο­δη­λώ­νει ὅτι ὁ Θεὸς δη­μιούρ­γη­σε πολ­λὲς γλῶσ­σες. Ἄφησε ἁπλῶς τὰ ἔθνη νὰ δια­κρι­θοῦν ἀνα­πτύσ­σον­τας δια­φο­ρε­τι­κὲς γλῶσ­σες. Ὁ Γρη­γό­ριος βλέ­πει τὴ γλῶσ­σα ὡς δη­μιούρ­γη­μα τῆς δη­μιουρ­γι­κό­τη­τας τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἡ «ἐπι­νόη­ση» («ἡ ἐπί­νοια») τῆς γλώσ­σας ἀπὸ τὸν ἄν­θρω­πο δὲν ἦταν αὐ­θαί­ρε­τη ἢ ἰδιό­τρο­πη ἀλλὰ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε μὲ τὴ φυ­σι­κὴ ἱκα­νό­τη­τα τοῦ λο­γι­κοῦ. Ὁ Θεὸς ἔδωσε στὸν ἄν­θρω­πο τὸ δῶρο τῆς γλώσ­σας ὡς μιὰ πνευ­μα­τι­κὴ ἱκα­νό­τη­τα. «Μᾶς ἔδωσε αὐτὴν τὴν ἱκα­νό­τη­τα καὶ ὕστε­ρα ἐμεῖς μόνοι μας δη­μιουρ­γοῦ­με σπίτι, σκα­μνί, ἀλέ­τρι, καὶ ὁ,τι­δή­πο­τε ἄλλο χρεια­ζό­μα­στε στὴ ζωή».
«Ἡ ἱκα­νό­τη­τα ἢ ἡ δυ­να­τό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που γιὰ τὴ γλώσ­σα εἶναι τὸ ἔργο τοῦ Δη­μιουρ­γοῦ μας». Ὁ ἄν­θρω­πος μπο­ρεῖ νὰ πραγ­μα­το­ποι­ή­σει αὐτὴν τὴ δυ­να­τό­τη­τα κατὰ ἕναν ἐλεύ­θε­ρο καὶ δη­μιουρ­γι­κὸ τρόπο. Ὁ Θεὸς δὲν κα­τευ­θύ­νει τὴ φυ­σι­κὴ κί­νη­ση τῶν δη­μιουρ­γη­μά­των Του, οὔτε κά­θε­ται σὰν δά­σκα­λος τῆς γραμ­μα­τι­κῆς νὰ μᾶς κα­τευ­θύ­νει στὴ χρήση τῆς γλώσ­σας. Ἡ γλώσ­σα, οἱ ἦχοι, καὶ οἱ ἔν­νοιες ποὺ αὐτοὶ ἐκ­φρά­ζουν δη­μιουρ­γοῦν­ται ὅλα ἀπὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους μὲ τὴν ἀπὸ Θεοῦ χο­ρη­γού­με­νη ἱκα­νό­τη­τα τῆς «ἐπι­νοί­ας». Ὁ Γρη­γό­ριος ἀκο­λου­θεῖ τὸν Μέγα Βα­σί­λειο ὅταν ὁρί­ζει τὴν ἐπί­νοια ὡς «τὴν ἱκα­νό­τη­τα τοῦ νοῦ νὰ ἀνα­κα­λύ­πτει τὸ ἄγνω­στο ζη­τών­τας νὰ γνω­ρί­σει πράγ­μα­τα ἀπο­μα­κρυ­σμέ­να ἀπὸ αὐτὸν μὲ τὴ βο­ή­θεια ἀφαι­ρέ­σε­ων ποὺ ἐξά­γον­ται ἀπὸ πράγ­μα­τα ποὺ εἶναι πάρα πολὺ ἄμεσα στὸ ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς ἔρευ­νας». Ἐπί­νοια εἶναι ἡ δη­μιουρ­γι­κὴ δύ­να­μη τῆς σκέ­ψε­ως, «μιὰ πιὸ διε­ξο­δι­κὴ ἀνά­λυ­ση τοῦ ἀν­τι­κει­μέ­νου τῆς σκέ­ψε­ως». Ὁ Γρη­γό­ριος σπο­ρα­δι­κὰ μόνο χρη­σι­μο­ποιεῖ τὸν ὅρο «διά­νοια», ἀντὶ τῆς «ἐπί­νοιας».
Ἡ ἐπί­νοια δὲν εἶναι ἁπλῶς κα­τα­σκεύ­α­σμα, φαν­τα­σία, ἢ ἰδιο­τρο­πία. Ἡ ὀνο­μα­το­θε­σία προ­ϋ­πο­θέ­τει ἕνα ἀν­τι­κεί­με­νο ποὺ πρέ­πει νὰ λάβει ὄνομα, καὶ τὰ πράγ­μα­τα ὀνο­μά­ζον­ται γιὰ νὰ μπο­ροῦ­με νὰ τὰ ξε­χω­ρί­ζου­με καὶ ἔτσι ἡ συ­νεί­δη­ση καὶ ἡ γνώση μας γι’ αὐτὰ νὰ πα­γιω­θεῖ. Ἑπο­μέ­νως, τὰ ὀνό­μα­τα δὲν εἶναι αὐ­θαί­ρε­τα, γιατὶ, ἂν ἦσαν, δὲν θὰ ἦταν ὀνό­μα­τα ἢ «ση­μεῖα». Θὰ ἦταν χωρὶς νόημα καὶ ση­μα­σία. Τὸ νὰ ὀνο­μά­σεις τὰ πράγ­μα­τα προ­ϋ­πο­θέ­τει πρό­θε­ση καὶ προ­με­λέ­τη. «Ἡ πνευ­μα­τι­κὴ ἱκα­νό­τη­τα τῆς ψυχῆς μᾶς ἔχει δοθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. Ὕστε­ρα αὐτὴ ἀρ­χί­ζει νὰ κι­νεῖ­ται καὶ κοι­τά­ζει τὰ πράγ­μα­τα μόνη της καί, γιὰ νὰ προ­φυ­λά­ξει τὴ γνώση της ἀπὸ τὸ νὰ γίνει ἀσα­φὴς καὶ ἀνα­κρι­βής, βάζει μιὰ ἀτο­μι­κὴ σφρα­γί­δα πάνω σὲ κάθε πρᾶγ­μα, ἀφή­νον­τας νὰ νο­η­θεῖ αὐτὴ ἡ σφρα­γί­δα μέσῳ ἑνὸς ἤχου».
Ὁ Γρη­γό­ριος δια­κρί­νει τὴν ἀν­τί­λη­ψη τῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων ἀπὸ τὴ γνώση τους. «Μᾶς εἶναι ἀδύ­να­το νὰ ἔχου­με πάντα μπρο­στὰ στὰ μάτια μας κάθε τι ποὺ ὑπάρ­χει. Ὑπάρ­χουν με­ρι­κὰ πράγ­μα­τα ποὺ τὰ γνω­ρί­ζου­με γιατὶ εἶναι πάντα μπρο­στά μας, ἀλλὰ γνω­ρί­ζου­με ἄλλα πράγ­μα­τα γιατὶ τὰ ἔχου­με ἐν­τυ­πώ­σει στὴ μνήμη μας. Τί­πο­τε δὲν μπο­ρεῖ νὰ δια­τη­ρη­θεῖ στὴ μνήμη, ἂν δὲν ἔχου­με ἕνα ὄνομα γιὰ νὰ προσ­διο­ρί­σου­με τὸ ἀν­τι­κεί­με­νο ποὺ θέ­λου­με νὰ θυ­μό­μα­στε, ὥστε νὰ μπο­ροῦ­με νὰ τὸ δια­κρί­νου­με ἀπὸ ἄλλα ἀν­τι­κεί­με­να».
Δί­νου­με ὀνό­μα­τα γιατὶ εἶναι ἀνάγ­κη νὰ δια­κρί­νου­με τὶς ἔν­νοιες ποὺ σχη­μα­τί­ζου­με ἀπὸ τὴν ἐμ­πει­ρία μας, ποὺ συ­νέ­χεια ἀλ­λά­ζει. Τὰ ὀνό­μα­τα εἶναι ἄχρη­στα καὶ ἀκόμα ἀδύ­να­τα γιὰ τὸ Θεό, γιατὶ «ἡ Σοφία καὶ ἡ Δύ­να­μή Του δὲν δυ­σκο­λεύ­ον­ται νὰ πε­ρι­λά­βουν κάθε τι ποὺ ὑπάρ­χει χω­ρι­στά». Ὁ Θεὸς ἀτε­νί­ζει ὁλό­κλη­ρο τὸν κόσμο, καὶ στιγ­μιαῖα τὸν κα­τα­νο­εῖ χωρὶς τὴ βο­ή­θεια ὀνο­μά­των. Ἡ φύση τῆς ἀν­τι­λη­πτι­κῆς λει­τουρ­γί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ τῆς ὀνο­μα­το­λο­γί­ας εἶναι τέ­τοια ὥστε ἡ ὕψι­στη οὐσία τῶν πραγ­μά­των (καὶ τῶν δη­μιουρ­γη­μέ­νων ἀκόμα πραγ­μά­των) δὲν μπο­ρεῖ νὰ γνω­σθεῖ καὶ νὰ ὀνο­μα­σθεῖ ἀπὸ τὸν ἄν­θρω­πο. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι τὰ πράγ­μα­τα ἀνα­γνω­ρί­ζον­ται ἀπὸ τὶς σχέ­σεις τους, ἀπὸ τὴ δρα­στη­ριό­τη­τά τους, καὶ ἀπὸ τὴν ἐπί­δρα­ση ποὺ ἔχουν πάνω σὲ ἄλλα πράγ­μα­τα. Ὅταν μι­λοῦ­με γι’ αὐτά, δὲν προσ­διο­ρί­ζου­με τὴν ἀλη­θι­νὴ φύση τους ἀλλὰ μόνο τὶς ἰδιό­τη­τες καὶ ποιό­τη­τες ποὺ μπο­ροῦ­με νὰ δια­κρί­νου­με σ’ αὐτά. Δὲν γνω­ρί­ζου­με τὴν οὐσία τῶν πραγ­μά­των γιατὶ ἡ θε­με­λιώ­δης ἀρχή τους εἶναι γνω­στὴ μόνο στὸν Θεό. «Ἡ Ἁγία Γραφὴ δὲν ἐξε­τά­ζει τὴν οὐσία τῆς δη­μιουρ­γί­ας, γιατὶ ἡ γνώση της εἶναι πε­ριτ­τὴ καὶ δὲν ὠφε­λεῖ κα­θό­λου. Ὁ ἀν­θρώ­πι­νος νοῦς δὲν μπο­ρεῖ νὰ γνω­ρί­σει τὴ φύση καὶ τὴν ἀρχὴ τῆς δη­μιουρ­γί­ας, γιατὶ μιὰ τέ­τοια γνώση θὰ ἔπρε­πε νὰ ἀκτι­νο­βο­λεῖ μὲ ὅλη τὴ με­γα­λο­πρέ­πεια, τὴ δύ­να­μη, καὶ τὴ δόξα τοῦ Δη­μιουρ­γοῦ». Γι’ αὐτό, «γνω­ρί­ζου­με μέσῳ τῶν αἰ­σθή­σε­ών μας μόνο τόσο ἀπὸ τὰ στοι­χεῖα τοῦ κό­σμου ὅσο εἶναι χρή­σι­μο γιὰ μᾶς. Δὲν γνω­ρί­ζου­με ποιὰ εἶναι ἡ οὐσία τους καὶ αὐτὴ ἡ ἄγνοια δὲν μᾶς ζη­μιώ­νει κα­θό­λου».
Ἕνα ὄνομα εἶναι ἕνα «ση­μεῖ­ον» ἑνὸς πράγ­μα­τος. Αὐτὸ ἔχει μιὰ σχέση μὲ τὸ ἀν­τι­κεί­με­νό του. «Οἱ λέ­ξεις ποὺ ἐπι­νο­οῦν­ται ἔχουν κάτι κοινὸ μὲ τὸ ἀν­τι­κεί­με­νό τους». Στὴν προ­σπά­θειά του νὰ ὁρί­σει τὸ κοινὸ στοι­χεῖο ἀνά­με­σα στὸ ὄνομα καὶ τὸ ἀν­τι­κεί­με­νό του, ὁ Γρη­γό­ριος προ­τεί­νει ὅτι αὐτὴ ἡ σχέση κα­θιε­ρώ­νε­ται ἀπὸ τὴν ἐλεύ­θε­ρη καὶ δη­μιουρ­γι­κὴ λει­τουρ­γία τοῦ νοῦ. Τὰ ὀνό­μα­τα ἐπι­νο­οῦν­ται γιὰ τὰ πράγ­μα­τα καὶ ἑνώ­νον­ται μ’ αὐτά, ἀλλὰ δὲν προ­έρ­χον­ται ἀπὸ τὰ πράγ­μα­τα. Ἕνα ὄνομα δὲν εἶναι τὸ ἴδιο τὸ πρᾶγ­μα, ἀλλὰ οὔτε εἶναι τε­λεί­ως ἀνε­ξάρ­τη­το ἀπὸ αὐτό. Ἕνα ὄνομα δὲν εἶναι μιὰ ὑπό­στα­ση. «Κάθε ὄνομα εἶναι τὸ “ση­μεῖ­ον” ἑνὸς ἀν­τι­κει­μέ­νου ἢ μιᾶς ἰδέας, ἀλλὰ δὲν ὑφί­στα­ται καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ νο­η­θεῖ ἀνε­ξάρ­τη­το καὶ καθ’ ἑαυτό».

Ἡ ἐπίδραση τοῦ Πλάτωνος στὴ διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου

ΟΙ ΘΕ­Ω­ΡΙΕΣ τοῦ Γρη­γο­ρί­ου ἐπη­ρε­ά­στη­καν ἀπὸ τὸν Πλά­τω­να, ὁ ὁποῖ­ος ἐξέ­φρα­σε πα­ρό­μοιες ἰδέες στὸν «Κρα­τύ­λο» του στὴ δεύ­τε­ρη ὁμι­λία τοῦ Σω­κρά­τη. Τὰ πράγ­μα­τα ἔχουν μιὰ ὁρι­σμέ­νη φύση καὶ τὰ ὀνό­μα­τά τους θὰ πρέ­πει νὰ ἀν­τα­πο­κρί­νον­ται σ’ αὐτήν. Τὰ ὀνό­μα­τα εἶναι «θέσει», ὄχι «φύσει». Ὁ νο­μο­θέ­της ποὺ τὰ δη­μιουρ­γεῖ εἶναι ὁ τε­χνί­της τους. Δη­μιουρ­γών­τας τα δίνει μορφὴ στὴν πάγ­κοι­νη ἰδέα ποὺ βρί­σκε­ται πίσω ἀπὸ τὸ ὄνομα μέσῳ τοῦ ἤχου. Τὰ ὀνό­μα­τα εἶναι τὰ ἐρ­γα­λεῖα τοῦ νοῦ. Ὁ Πλά­των προ­σθέ­τει ὅτι ὑπάρ­χουν δια­φο­ρε­τι­κῶν εἰδῶν τε­χνί­τες καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἐξί­σου πο­λύ­τι­μα ὅλα ὅσα δη­μιουρ­γοῦν­ται ἀπὸ αὐ­τούς. Οὔτε ὅλα τὰ ὀνό­μα­τα εἶναι κα­τάλ­λη­λα, κι ἕνα ὄνομα μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶναι ἐπι­τυ­χη­μέ­νο, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ μιὰ ζω­γρα­φιὰ μπο­ρεῖ νὰ εἶναι ἀπο­τυ­χη­μέ­νη. Ἕνα ὄνομα εἶναι ἡ ὁμοιό­τη­τα ἑνὸς πράγ­μα­τος. Στὸν «Κρα­τύ­λο» ὁ Πλά­των προ­σπα­θεῖ νὰ ἀπαν­τή­σει στὸ ἐρώ­τη­μα: ἂν τὰ ὀνό­μα­τα μᾶς δί­νουν κά­ποια πλη­ρο­φο­ρία γιὰ τὸ ἀν­τι­κεί­με­νό τους ἢ ὄχι, καὶ ἡ ἀπάν­τη­σή του εἶναι ἀρ­νη­τι­κή. Ἕνα πρᾶγ­μα μπο­ρεῖ νὰ γνω­ρι­σθεῖ μόνο μὲ πα­ρα­τή­ρη­ση καὶ σο­βα­ρὴ θε­ώ­ρη­ση, ὄχι ἀπὸ τὸ ὄνομά του. Ὁ Ἀρι­στο­τέ­λης ἀνα­πτύσ­σει τὴν ἰδέα τοῦ Πλά­τω­νος καὶ δη­λώ­νει ὅτι τὰ ὀνό­μα­τα κα­θιε­ρώ­νον­ται ἀπὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ ὅτι δὲν ὑπάρ­χουν ὀνό­μα­τα ποὺ προ­έρ­χον­ται ἀπὸ τὴ φύση.
Ὁ Γρη­γό­ριος ἀκο­λου­θεῖ τὸν Πλά­τω­να στὸν τρόπο σκέ­ψε­ως. Στρέ­φει τὴν προ­σο­χή του ἀπὸ τὸ ὄνομα στὸ ἴδιο τὸ ἀν­τι­κεί­με­νο, γιατὶ τὰ πράγ­μα­τα ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ουν ἀνε­ξάν­τλη­τη ἐμ­πει­ρία. Τὰ πράγ­μα­τα ἔχουν κα­θο­ρι­σμέ­νη ὕπαρ­ξη ἡ ὁποία ἔχει δη­μιουρ­γη­θεῖ ἀπὸ τὸ Θεό, τὸ Δη­μιουρ­γό τους, καὶ ὄχι ἀπὸ τὰ ὀνό­μα­τά τους. Μπο­ροῦ­με νὰ δια­κρί­νου­με τὴν κα­θο­ρι­σμέ­νη φύση τους καὶ σ’ ἕνα βαθμὸ νὰ τὴν ἐκ­φρά­σου­με, ἀλλὰ δὲν μπο­ροῦ­με ποτὲ νὰ δη­μιουρ­γή­σου­με μιὰ ἀκρι­βὴ ἀνα­τύ­πω­ση τοῦ κό­σμου μέσα στὸ νοῦ μας. Αὐτὸ θὰ ἦταν μιὰ ἄσκο­πη προ­σπά­θεια γιατὶ μιὰ τέ­τοια ἀνα­τύ­πω­ση θὰ μᾶς ἔκρυ­βε τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἡ γνω­στι­κὴ δια­δι­κα­σία καὶ ἡ γλώσ­σα εἶναι μέσον γιὰ νὰ ὑπερ­νι­κή­σου­με τὶς ἀδυ­να­μί­ες μας, δὲν εἶναι τε­κμή­ριο τῆς δυ­νά­με­ώς μας. Ἔχου­με ἀνάγ­κη ἀπὸ λέ­ξεις καὶ ἔν­νοιες γιὰ νὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ θυ­μό­μα­στε τὶς ἐμ­πει­ρί­ες μας καὶ νὰ τὶς πε­ρι­γρά­φου­με σὲ ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους ποὺ δὲν συμ­με­τεῖ­χαν σ’ αὐτές. «Εἶναι ἀνάγ­κη γιὰ μᾶς νὰ θέ­του­με συμ­βο­λι­κὰ ση­μά­δια πάνω στὰ πράγ­μα­τα ὥστε νὰ μπο­ρεῖ κα­θέ­νας μας νὰ ἐξη­γεῖ στοὺς ἄλ­λους τὴ δρα­στη­ριό­τη­τα τοῦ νοῦ μας. Ἂν μπο­ρού­σα­με νὰ ἐκ­φρά­σου­με τὶς σκέ­ψεις μας κατ’ ἄλλον τρόπο, δὲν θὰ χρη­σι­μο­ποιού­σα­με ὡς διά­με­σα λέ­ξεις. Θὰ ἐπι­κοι­νω­νού­σα­με με­τα­ξύ μας πιὸ ἄμεσα καὶ πιὸ κα­θα­ρά, γιατὶ ὁ νοῦς μας μόνος θὰ ἐξέ­φρα­ζε τὴν ἴδια τὴ φύση τῶν πραγ­μά­των ποὺ πα­ρα­τη­ροῦ­με». Καθὼς ὁ νοῦς κα­θαί­ρε­ται κατὰ τὴν ἄνοδό του πρὸς τὸ Θεό, ἡ γλώσ­σα πέ­φτει σὲ σιωπή. «Κάθε μέσο ἐκ­φρά­σε­ως εἶναι ἀνε­παρ­κὲς γιὰ νὰ ἐκ­φρά­σει τὴν ἀλή­θεια». Ἡ θε­ώ­ρη­ση τῆς ἀλή­θειας εἶναι πέρα ἀπὸ τὶς λέ­ξεις, οἱ ὁποῖ­ες εἶναι πε­ριτ­τὲς γιὰ τὸ νοῦ, ὅταν αὐτὸς βλέ­πει τὴν ἀλη­θι­νὴ ὕπαρ­ξη. Ἡ «θε­ω­ρία» εἶναι ἀνώ­τε­ρη ἀπὸ τὴ γλώσ­σα, γιατὶ ἡ γλώσ­σα εἶναι τὸ ὄρ­γα­νο τῆς λο­γι­κῆς τοῦ ἀν­θρώ­που.
Ὁ Γρη­γό­ριος ἐπι­μέ­νει ὅτι ὁρι­σμέ­νες ἐμ­πει­ρί­ες δὲν μπο­ροῦν νὰ ἐκ­φρα­στοῦν πλή­ρως μὲ ἔν­νοιες. Ὁπωσ­δή­πο­τε, τὸ ἀνέκ­φρα­στον καὶ τὸ ἀκα­τά­λη­πτον τοῦ Θεοῦ δὲν ση­μαί­νουν ὅτι Αὐτὸς εἶναι ἀπρό­σι­τος. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ πίστη τοῦ Γρη­γο­ρί­ου στὴ δυ­να­τό­τη­τα «θε­ώ­σε­ως» εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ κυ­ριώ­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς θε­ο­λο­γί­ας του. Ἐκεῖ­νο ποὺ θέλει νὰ μᾶς κα­τα­στή­σει σαφὲς εἶναι ὅτι ἡ ἀν­θρώ­πι­νη λο­γι­κὴ εἶναι πε­ριο­ρι­σμέ­νη καὶ ὅτι οἱ ἔν­νοιες δὲν θὰ πρέ­πει νὰ ἀπο­λυ­το­ποιοῦν­ται σὲ τέ­τοιο ση­μεῖο ὥστε ἡ ἐμ­πει­ρία νὰ ἀγνο­εῖ­ται. Ὁ Γρη­γό­ριος δὲν ἀρ­νεῖ­ται ὅτι ἡ γλώσ­σα εἶναι πο­λύ­τι­μο μέσον γνώ­σε­ως, καὶ πα­ρα­πέμ­πει στὴν Ἁγία Γραφὴ γιὰ νὰ τὸ ἀπο­δεί­ξει. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἀπορ­ρί­πτει τὴν ὁρο­λο­γία τοῦ Εὐ­νο­μί­ου. Ὁ Γρη­γό­ριος το­νί­ζει τὴν ἀνε­ξαρ­τη­σία τῶν ὀνο­μά­των τῆς Ἁγίας Τριά­δος (τοῦ Πα­τρός, τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύ­μα­τος), ποὺ μᾶς ἀπο­κα­λύ­φθη­καν ἀπὸ τὸ Θεό.

Ἡ Ἁγία Γραφὴ ὡς σύμβολο τῆς πνευματικῆς ἀλήθειας

ΓΙΑ ΤΟ ΓΡΗ­ΓΟ­ΡΙΟ ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶναι ἕνα σύμ­βο­λο τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ἀλή­θειας καὶ γι’ αὐτὸ ἡ κατὰ λέξη Ἑβραϊ­κὴ ἑρ­μη­νεία τῆς Βί­βλου εἶναι ἀνε­παρ­κής. «Αὐτὸ ποὺ φαί­νε­ται κατ’ ἀρχὴν ὅτι εἶναι ἕνα ὑπό­μνη­μα σὲ ὅ,τι γρά­φτη­κε, ἂν δὲν κα­τα­νο­εῖ­ται μὲ τὸν σωστὸ τρόπο, θὰ ἀπο­δει­χθεῖ ὅτι εἶναι κάτι ἐν­τε­λῶς δια­φο­ρε­τι­κὸ ἀπὸ τὴν ἀλή­θεια ποὺ ἀπο­κα­λύ­πτε­ται ἀπὸ τὸ Πνεῦ­μα». Τὸ «σῶμα τῆς Ἁγίας Γρα­φῆς» εἶναι ἕνα πέπλο ποὺ κα­λύ­πτει τὴ «δόξα ποὺ πε­ριέ­χε­ται στὴν Ἁγία Γραφή». Ὁ νόμος καὶ οἱ προ­φῆ­τες εἶναι ἕνα μικρὸ πα­ρά­θυ­ρο στὸν τοῖχο τῆς νο­ή­σε­ώς μας καὶ οἱ ἀκτῖ­νες τῆς ἀλή­θειας διεισ­δύ­ουν μέσα σ’ αὐτὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. «Πίσω ἀπὸ αὐτὸν τὸν τοῖχο στέ­κε­ται ἡ ἀλή­θεια, ἡ ὁποία συν­δέ­ε­ται στενὰ μὲ τὸ Ἀρ­χέ­τυ­πο». Τώρα τὸ φῶς τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου ξε­χύ­νε­ται ἐπάνω μας ἐν ἀφθο­νίᾳ.
Ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶναι μιὰ κα­τα­γρα­φὴ τῆς Ἀπο­κα­λύ­ψε­ως, μιὰ «μαρ­τυ­ρία τῆς ἀλή­θειας ποὺ μᾶς ἀπο­κα­λύ­φθη­κε». «Λέμε ὅτι ὁλό­κλη­ρη ἡ Ἁγία Γραφὴ γρά­φτη­κε μὲ τὴ φώ­τι­ση τοῦ Θεοῦ γιατὶ εἶναι ἡ δι­δα­σκα­λία τῶν θείων ἀλη­θειῶν. Ὅταν με­τα­κι­νή­σε­τε τὴ λέξη, ποὺ εἶναι τὸ ὑλικὸ κά­λυμ­μα, ὅ,τι πα­ρα­μέ­νει γιὰ σᾶς εἶναι ὁ Κύ­ριος, ἡ Ζωή, καὶ τὸ Πνεῦ­μα». Ἡ Ἁγία Γραφὴ θὰ πρέ­πει νὰ τη­ρεῖ­ται κατὰ γράμ­μα, ὅπως καὶ ὅλες οἱ ἐν­το­λὲς καὶ πα­ρα­δό­σεις τῆς πί­στε­ως. «Ἀκόμα καὶ ἡ πιὸ με­γά­λη βλα­σφη­μία καὶ ἀσέ­βεια δὲν προ­κά­λε­σαν καμιὰ ἀλ­λα­γὴ στὶς λέ­ξεις ποὺ πα­ρα­δό­θη­καν σὲ μᾶς». «Ἐπει­δὴ αὐτὴ ἡ πίστη δό­θη­κε στοὺς Ἀπο­στό­λους ἀπὸ τὸ Θεό, ἐμεῖς δὲν θὰ τὴν πε­ρι­κό­ψου­με, οὔτε θὰ τὴν ἀλ­λά­ξου­με, οὔτε θὰ προ­σθέ­σου­με κάτι σ’ αὐτήν». Πρέ­πει νὰ σε­βό­μα­στε ὁλό­κλη­ρη τὴν πα­ρά­δο­ση ὡς «τὸν ἀρ­χαιό­τε­ρο νόμο τῆς πί­στε­ως» καὶ ὡς «κλη­ρο­νο­μιὰ ἀπὸ τοὺς πα­τέ­ρες μας». «Ἡ ἀπό­δει­ξη τῆς ἀλή­θειας τῶν λόγων μας εἶναι ἡ πα­ρά­δο­ση ποὺ ἔχει φθά­σει σὲ μᾶς ἀπὸ τοὺς πα­τέ­ρες. Αὐτὴ ἔχει με­τα­βι­βα­στεῖ σὲ μᾶς ὡς κλη­ρο­νο­μιὰ ἀπὸ τοὺς Ἀπο­στό­λους διὰ τῶν ἁγίων ποὺ τοὺς δια­δέ­χτη­καν», γρά­φει ὁ Γρη­γό­ριος. Ὀφεί­λου­με «νὰ σε­βό­μα­στε ἐκεί­νους τῶν ὁποί­ων τὸ κῦρος ἔχει ἐπι­βε­βαιω­θεῖ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦ­μα, νὰ μέ­νου­με μέσα στὰ ὅρια τῆς δι­δα­σκα­λί­ας καὶ γνώ­σε­ώς τους, καὶ ποτὲ νὰ μὴν τολ­μοῦ­με νὰ ἀγω­νι­ζό­μα­στε νὰ κα­τα­κτή­σου­με κάτι ποὺ δὲν ἦταν προ­σι­τὸ στοὺς ἁγί­ους καὶ θεί­ους ἄν­δρες».

Πηγές

Κείμενο

Εἰκόνες

  • Θε­ο­φά­νης ὁ Κρής. Ὁ ἅγιος Γρη­γό­ριος Νύσ­σης. 1527, τοι­χο­γρα­φία, Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Νι­κο­λά­ου Ἀνα­παυ­σᾶ, Με­τέ­ω­ρα. Πηγὴ εἰ­κό­νας: Wiki­me­dia Com­mons.
  • Δο­μή­νι­κος Θε­ο­το­κό­που­λος. Τὸ Ὄρος Σινᾶ. 1560-1565 ἢ 1568, τέμ­πε­ρα σὲ ξύλο, Τρί­πτυ­χο τῆς Μο­δέ­νας, ὀπί­σθια ὄψη, με­σαῖο φύλλο, Πι­να­κο­θή­κη Ἐστέν­σε, Μο­δέ­να. Πηγὴ εἰ­κό­νας: Wiki­me­dia Com­mons.

ΣΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Καί στά νήπια πού φονεύθηκαν ἀπό τόν Ἡρώδη στή Βηθλεέμ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ


«Σαλπίστε τήν πρωτομηνιά μέ τή σάλπιγγα», λέει ὁ Δαβίδ, «τή χαρμόσυνη ἡμέρα τῆς ἑορτῆς σας» (Ψαλ. 80, 4), καί οἱ διαταγές τῆς θεόπνευστης διδασκαλίας εἶναι ὁπωσδήποτε νόμος γιά ὅσους ἀκοῦνε. Ἐπειδή λοιπόν ἦλθε ἡ χαρμόσυνη ἡμέρα τῆς ἑορτῆς μας, ἄς ἐφαρμόσω κι ἐγώ τό νόμο κι ἄς γίνω σαλπιγκτής τῆς ἱερῆς ἡμέρας. Ἡ σάλπιγγα τοῦ νόμου, ὅπως ὑποδεικνύει νά ἐννοήσομε ὁ Ἀπόστολος, εἶναι ὁ λόγος. Γιατί λέει ὅτι δέν πρέπει ὁ ἦχος τῆς σάλπιγγας νά γίνεται ἀσαφής (Α´ Κορ 14, 7 ἑ), ἀλλά οἱ φθόγγοι νά εἶναι εὐδιάκριτοι, γιά νά εἶναι σαφεῖς σ᾿ ὅσους ἀκοῦνε. Ἄς ἀφήσομε λοιπόν κι ἐμεῖς, ἀδελφοί, κάποια λαμπρή ἠχώ πού ν᾿ ἀκουστεῖ μακριά καί πού δέν εἶναι καθόλου κατώτερη ἀπό τόν ἦχο τῆς κεράτινης σάλπιγγας. Γιατί κι ὁ Νόμος πού προδιαγράφει τήν ἀλήθεια μέ τούς τύπους τῆς σκιᾶς, νομοθέτησε τόν ἦχο τῶν σαλπίγγων κατά τήν ἡμέρα τῆς σκηνοπηγίας (Λευιτ. 23, 24). Καί τό θέμα τῆς ἑορτῆς αὐτῆς εἶναι τό μυστήριο τῆς ἀληθινῆς σκηνοπηγίας. Σ᾿ αὐτήν συμπηγνύεται τό ἀνθρώπινο σκήνωμα ἐκείνου πού γιά χάρη μας φόρεσε τό ἀνθρώπινο σχῆμα. Σ᾿ αὐτήν τά σκηνώματά μας, πού διαλύει ὁ θάνατος, συμπηγνύονται πάλι ἀπό ἐκεῖνον πού οἰκοδόμησε ἀπό τήν ἀρχή τήν κατοικία μας. Ἄς ποῦμε κι ἐμεῖς τά λόγια τῆς ψαλμωδίας, χορεύοντας ἀντάμα μέ τό μεγαλόφωνο Δαβίδ, «εὐλογημένος αὐτός πού ἔρχεται στό ὄνομα τοῦ Κυρίου» (Ψαλμ. 117, 25). Πῶς ἔρχεται; Ὄχι βέβαια ὅπως μέ ἕνα πλοῖο ἤ μιά ἅμαξα, ἀλλά πού εἰσῆλθε στήν ἀνθρώπινη ζωή χωρίς φθορά παρθενική. «Αὐτός εἶναι ὁ Θεός μας, αὐτός ὁ Κύριος φανερώθηκε γιά μᾶς, γιά νά συστήσει αὐτή τήν ἑορτή μέ φοινικοφόρους ὥς τήν ἄκρη τοῦ θυσιαστηρίου» (Ψαλμ. 117, 27).
Ὁπωσδήποτε δέν ἀγνοοῦμε, ἀδελφοί, τό μυστήριο πού κρύβεται στά λόγια αὐτά· ὅτι ὅλη ἡ κτίση εἶναι ἕνα ἀνάκτορο τοῦ Κυρίου τῆς Κτίσης. Ἀλλά, ἐπειδή ὅταν εἰσῆλθε ἡ ἁμαρτία κλείστηκαν τά στόματα ἐκείνων πού κυρίεψε ἡ κακία καί σώπασε ἡ φωνή τῆς χαρᾶς καί διαλύθηκε τό σύμφωνο τραγούδι τῶν ἑορταστῶν, ἀφοῦ τό ἀνθρώπινο γένος δέ συνεόρταζε μέ τήν ὑπερκόσμια φύση, γι᾿ αὐτό ἦρθαν οἱ σάλπιγγες τῶν προφητῶν καί τῶν ἀποστόλων, πού ὁ νόμος τίς λέει «κεράτινες», ἐπειδή ἡ κατασκευή τους προερχόταν ἀπό τόν ἀληθινό μονόκερο. Αὐτές μέ τή δύναμη τοῦ Πνεύματος ἠχολόγησαν τό λόγο τῆς ἀλήθειας, ὥστε ν᾿ ἀνοίξει ἡ ἀκοή ἡ φραγμένη ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά γίνει μιά σύμφωνη ἑορτή, πού μέ τόν εὐτρεπισμό τῆς σκηνοπηγίας τῆς κάτω κτίσης νά συμμελωδεῖ κι αὐτή μέ τίς ὑψηλές καί ὑπέρτερες δυνάμεις τίς γύρω ἀπό τό ἄνω θυσιαστήριο. Γιατί τά κέρατα τοῦ νοητοῦ θυσιαστηρίου εἶναι οἱ Δυνάμεις οἱ ὑψηλές κι ἐξέχουσες τῆς νοερῆς φύσης, Ἀρχές καί Ἐξουσίες καί Θρόνοι καί Κυριότητες. Μ᾿ αὐτές, μέ τή συμμετοχή τους στήν ἑορτή, συνάπτεται κατά τή σκηνοπηγία τῆς ἀνάστασης ἡ ἀνθρώπινη φύση εὐτρεπισμένη μέ τήν ἀνακαίνιση τῶν σωμάτων. Γιατί τό ̒πυκάζομαι᾿ σημαίνει ὅ,τι καί τό εὐτρεπίζομαι ἤ ντύνομαι, ὅπως τό ἑρμηνεύουν ὅσοι γνωρίζουν αὐτά τά πράγματα. Ἐλᾶτε λοιπόν νά ξεσηκώσομε τίς ψυχές μας γιά τόν πνευματικό χορό κι ἄς βάλομε πρωτοχορευτή καί ἀρχηγό καί κορυφαῖο τοῦ χοροῦ μας τό Δαβίδ κι ἄς ποῦμε μαζί μ᾿ ἐκεῖνον τόν μελωδικό ἐκεῖνο στίχο πού ψάλαμε πρίν ἀπό λίγο.
Ἄς τόν ἐπαναλάβομε ἄλλη μιά φορά· «αὐτή εἶναι ἡἡμέρα πού ἔκανε ὁ Κύριος· εἶναι ἡμέρα χαρᾶς καί ἀγαλλίασης γιά μᾶς» (Ψαλμ. 117, 24). Τή μέρα αὐτή ἀρχίζει νά ὑποχωρεῖ τό σκοτάδι καί ἡ ἔκταση τῆς νύκτας μέ τόν πλεονασμό τοῦ φωτός περιορίζεται ὁλοένα. Δέν εἶναι, ἀδελφοί μου, τυχαία κι αὐτόματη ἡ οἰκονομία αὐτή σχετικά μέ τήν ἑορτή, νά παρουσιαστεῖ τή στιγμή αὐτή ἡ θεία ζωή μέσα στήν ἀνθρώπινη, ἀλλά ἡ κτίση μέ τά φαινόμενα αὐτά διηγεῖται στούς πιό διορατικούς κάποιο μυστήριο καί σχεδόν φωνάζει καί λέει σ᾿ αὐτόν πού μπορεῖ ν᾿ ἀκούσει τί θέλει ἡ ἡμέρα πού μεγαλώνει κατά τήν παρουσία τοῦ Κυρίου καί ἡ νύχτα πού κολοβώνεται. Ἐγώ νομίζω πώς ἀκούω τήν κτίση νά διηγεῖται κάτι τέτοια. Βλέποντας αὐτά, ἄνθρωπε, σκέψου τό κρυφό πού σοῦ φανερώνουν τά φαινόμενα. Βλέπετε τή νύχτα πού προχώρησε στό ἀκρότατο σημεῖο της, ἐκεῖ σταμάτησε νά προχωρεῖ, κι ἄρχισε πάλι νά ἐπιστρέφει; Βάλε στό νοῦ σου ὅτι ἡ κακή νύχτα τῆς ἁμαρτίας, ἀφοῦ μεγάλωσε ὅσο τῆς ἦταν δυνατό κι ἔφτασε μέ κάθε ἐπινόηση κακῶν στό ἀνώτερο μέγεθος τῆς κακίας, ἀνακόπηκε σήμερα ἀπό τήν παραπέρα προχώρησή της καί ἀπό δῶ καί πέρα ὠθεῖται πιά στόν περιορισμό καί στόν ἀφανισμό.Βλέπεις ὅτι ἡ λάμψη τοῦ φωτός διαρκεῖ περισσότερο καί ὁ ἥλιος εἶναι πάνω ἀπό τό συνηθισμένο; Σκέψου τήν παρουσία τοῦ ἀληθινοῦ φωτός, πού καταφωτίζει μέ τίς εὐαγγελικές ἀκτίνες ὅλη τήν οἰκουμένη. Ἴσως καί γιά τό ὅτι δέν φανερώθηκε ὁ Κύριος ἀπό τήν ἀρχή, ἀλλά χάρισε τήν φανέρωση τῆς θεότητάς Του στήν ἀνθρώπινη ζωή στά τελευταῖα αὐτά χρόνια, θά σκεφτεῖ εὔλογα κανένας αὐτή τήν αἰτία, ὅτι αὐτός πού ἦταν νά κατεβεῖ μέσα στήν ἀνθρώπινη ζωή γιά τήν κατάλυση τῆς κακίας, περίμενε ὑποχρεωτικά νά βλαστήσει ὁλοκληρωτικά ἡ ἁμαρτία πού φύτεψε ὁ ἐχθρός. Καί τότε ὁδήγησε, ὅπως λέει τό Εὐαγγέλιο, τό τσεκούρι στή ρίζα (Ματθ. 3, 10). Γιατί καί οἱ γιατροί, ὅσοι ὑπερέχουν στήν τέχνη τους, ὅσο ὁ πυρετός κρυφοκαίει ἀκόμα τό σῶμα καί ἐνῶ λίγο δυναμώνει ἀπό τίς νοσογόνες αἰτίες, ὑποχωροῦν σ᾿ αὐτόν, ὥσπου νά φτάσει στό ψηλότερό του σημεῖο, καί δέν προσφέρουν στόν ἄρρωστο καμιά βοήθεια μέσω τῶν τροφῶν. Ὅταν ὅμως τό κακό σταματήσει, τότε βάζουν σ᾿ ἐνέργεια τήν τέχνη τους, ὅταν ἐκδηλωθεῖ ὅλη ἡ ἀρρώστια. Ἔτσι κι αὐτός πού γιατρεύει ὅσους νοσοῦν στήν ψυχήν περίμενε νά ἐκδηλωθεῖ ὅλη ἡ ἀρρώστια τῆς κακίας πού αἰχμαλώτισε τή φύση τῶν ἀνθρώπων, γιά νά μή μείνει ἀθεράπευτο κανένα κακό ἀπό ὅσα κρύβονταν, ἀφοῦ ὁ γιατρός θά θεράπευε μόνο ὅ,τι φαινόταν. Γιά αὐτό οὔτε κατά τήν ἐποχή τοῦ Νῶε, ὁπότε εἶχε καταφθαρεῖ μέσα στήν ἀδικία ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα, δέν ἐπιφέρει μέ τήν ἐμφάνισή Του τήν ἴαση, ἐπειδή δέν εἶχε βλαστήσει ἀκόμα ὁ βλαστός τῆς σοδομιτικῆς κακίας. Οὔτε φαίνεται ὁ Κύριος τόν καιρό τῆς καταστροφῆς τῶν Σοδόμων. Γιατί πολλά ἀκόμα κακά κρύβονταν μέσα στήν ἀνθρώπινη φύση. Πράγματι ποῦ ἦταν ὁ θεομάχος Φαραώ; Ποῦ ἡ ἀκαταδάμαστη κακία τῶν Αἰγυπτίων;
Οὔτε τότε ἦταν ἡ κατάλληλη στιγμή γιά τόν ἐπανορθωτή τοῦ παντός, τήν ἐποχή ἐννοῶ τῆς κακίας τῶν Αἰγυπτίων, νά ἀναμιχθεῖ στή ζωή μας, ἀλλά ἔπρεπε νά κάνει τήν ἐμφάνισή της καί ἡ παρανομία τῶν Ἰσραηλιτῶν. Ἔπρεπε ἀκόμα νά φανερωθεῖ στή ζωή καί ἡ βασιλεία τῶν Ἀσσυρίων καί ἡ ἀλαζονεία τοῦ Ναβουχοδονόσορα πού κρυφόκαιγε. Ἔπρεπε νά ξεπεταχτεῖ σάν ἕνα πονηρό ὅλο ἀγκάθια φυτό ὁ δόλιος φόνος τῶν ὁσίων ἀπό τήν κακή ρίζα τοῦ διαβόλου. Ἔπρεπε νά ἐκδηλωθεῖ ἡ λύσσα τῶν Ἰουδαίων κατά τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ, πού σκότωσαν τούς προφῆτες καί λιθοβολοῦσαν τούς ἀπεσταλμένους του καί τέλος διέπραξαν τόν ἀνόσιο φόνο τοῦ Ζαχαρία ἀνάμεσα στό ναό καί στό θυσιαστήριο (Ματθ. 23, 35). Πρόσθεσε στόν κατάλογο τῶν κακουργημάτων καί τήν παιδοκτονία τοῦ Ἡρώδη. Ἀφοῦ λοιπόν παρουσιάστηκε ὅλη ἡ δύναμη τῆς κακίας ἀπό τήν πονηρή ρίζα καί αὐξήθηκε θρασομανώντας σέ πολλά εἴδη στίς προαιρέσεις τῶν γνωστῶν γιά τήν κακία τους κάθε γενιᾶς τότε, ὅπως λέει ὁ Παῦλος στούς Ἀθηναίους, παραβλέποντας ὁ Θεός τούς χρόνους τῆς ἄγνοιας, ἔρχεται στίς ἔσχατες ἡμέρες (Πράξ. 17, 30), ὅταν δέν ὑπῆρχε κανένας πού νά γνωρίζει καί ν᾿ ἀναζητεῖ τό Θεό. Ὅταν εἶχαν ξεκλίνει ὅλοι καί εἶχαν ἐξαχρειωθεῖ (Ψαλμ. 13, 2), ὅταν ἡ ἁμαρτία εἶχε ἁπλωθεῖ παντοῦ (Ρωμ. 3, 3), ὅταν περίσσευε ἡ ἀνομία, ὅταν ὁ ζόφος τῆς κακίας ἔφτασε στό ἀκρότατο ὅριο, τότε φάνηκε ἡ χάρη, τότε ἀνέτειλε ἡ ἀκτίνα τοῦ ἀληθινοῦ φωτός ἐπάνω μας. Τότε φάνηκε ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης σ᾿ ἐκείνους πού κάθονταν στό σκότος καί στή σκιά τοῦ θανάτου (Ἠσ. 9, 2), τότε τσάκισε τίς πολλές κεφαλές τοῦ δράκοντα πατώντας τον μέ τό πόδι του καί συντρίβοντάς τον καί καταπατώντας τον στή γῆ. Καί κανένας, βλέποντας τά τωρινά κακά, νά μή νομίζει ὅτι ὁ λόγος ψεύδεται πού λέει ὅτι ὁ Κύριος ἔλαμψε σάν ἥλιος στή ζωή μας κατά τούς τελευταίους καιρούς.Θά πεῖ ἴσως ὁ ἀντιρρησίας, ὅτι αὐτός πού περίμενε τούς καιρούς γιά νά φανερωθεῖ ἡ κακία, νά αὐξηθεῖ καί νά τήν ἀποσπάσει ἀπό τή ρίζα, εἶναι φυσικό ὅτι θά τήν ἔχει καταλύσει ὁλόκληρη, ὥστε νά μήν ἔχει μείνει κανένα ἀπομεινάρι της στή ζωή μας. Ὅμως τώρα γίνονται μέ τόλμη καί φόνοι καί κλοπές καί μοιχεῖες καί τά χειρότερα κακουργήματα. Ἀλλά αὐτός πού διαπιστώνει αὐτό τό πράγμα ἄς λύσει τήν ἀμφιβολία του μέ ἕνα παράδειγμα ἀπό τά γνωστά. Ὅπως δηλαδή ὅταν σκοτώνομε κάποιο ἑρπετό, βλέπομε ὅτι δέν πεθαίνει ὅλο τό φίδι μαζί μέ τό κεφάλι, ἀλλά, ἐνῶ τό κεφάλι ἔχει πεθάνει, τό ὑπόλοιπο σῶμα εἶναι ζωντανό καί δείχνει τό θυμό του, χωρίς νά ἔχει στερηθεῖ τή ζωτική δύναμη, ἔτσι κι αὐτός πού σκότωσε τό δράκοντα. Ὅταν τό θηρίο μεγάλωσε αὐξημένο σέ κάθε μιά ἀπό τίς γενιές τῶν ἀνθρώπων συντρίβοντάς του τήν κεφαλή, δηλαδή τή δύναμη πού ἀναιρεῖ τά καλά καί ἔχει τά πολλά κεφάλια, δέν ἔκανε πιά κανένα λόγο γιά τό ὑπόλοιπο σῶμα, ἐπιτρέποντας νά ἀπομείνει ἡ κίνηση μέσα στό νεκρό θηρίο ὡς ἀφορμή ἄσκησης γιά τούς μεταγενέστερους. Ποιό εἶναι λοιπόν τό κεφάλι πού συντρίφτηκε; Ἐκεῖνο πού ἔφερε στή ζωή τό θάνατο μέ τή ἁμαρτωλή συμβουλή, πού μέ τό δάγκωμά του στάλαξε στόν ἄνθρωπο τό θανατηφόρο δηλητήριο.
Αὐτός λοιπόν πού κατάλυσε τήν ἐξουσία τοῦ θανάτου, σύντριψε τή δύναμη τῆς κεφαλῆς τοῦ φιδιοῦ, ὅπως λέει ὁ προφήτης. Τό ὑπόλοιπο ὅμως σῶμα τοῦ θηρίου σκορπισμένο μέσα στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ὅσο ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται μέσα στίς κινήσεις τῆς κακίας, σκληραίνει ἀδιάκοπα τή ζωή μας μέ τά λέπια τῆς ἁμαρτίας. Ἡ δύναμή του βέβαια εἶναι πιά νεκρή, ἀφοῦ ἀχρηστεύθηκε τό κεφάλι. Ὅταν περάσει ὅμως ὁ καιρός καί ἀκινητοποιηθοῦν τά κινούμενα κομμάτια κατά τή συντέλεια τῆς ζωῆς αὐτῆς πού προσδοκοῦμε, τότε καταργεῖται ἡ οὐρά καί τό τελευταῖο τμῆμα τοῦ ἐχθροῦ, κι αὐτό εἶναι ὁ θάνατος. Κι ἔτσι θά πραγματοποιηθεῖ ὁ πλήρης ἀφανισμός τῆς κακίας, ἀφοῦ θ᾿ ἀνακληθοῦν ὅλοι μέ τήν ἀνάσταση στή ζωή. Οἱ δίκαιοι θά μετοικήσουν ἀμέσως στήν οὐράνια μακαριότητα, ἐνῶ οἱ ἔνοχοι ἁμαρτημάτων θά παραδοθοῦν στή γέεννα.Ἀλλά ἄς ἐπιστρέψομε στή χαρά τῆς ἡμέρας, πού εὐαγγελίζονται οἱ ἄγγελοι στούς ποιμένες καί οἱ οὐρανοί διηγοῦνται στούς μάγους, τήν ὁποία ἀνακηρύττει τό Πνεῦμα τῆς προφητείας μέ τά πολλά καί διάφορα πού λέει, ὥστε καί οἱ μάγοι νά γίνουν κήρυκες τῆς χάριτος. Γιατί Ἐκεῖνος πού ἀνατέλλει τόν ἥλιο του γιά δίκαιους καί ἄδικους, πού βρέχει γιά πονηρούς καί ἀγαθούς, ἔφερε τή λάμψη τῆς γνώσης καί τή δρόσο τοῦ Πνεύματος ἀκόμα καί σέ ξένα στόματα, ὥστε μέ τή μαρτυρία τῶν ἀντιθέτων νά βεβαιωθεῖ ἀκόμα περισσότερο ἡ ἀλήθεια σ᾿ ἐμᾶς. Ἀκοῦς τόν οἰωνοσκόπο Βαλαάμ νά κηρύττει στούς ἀλλόφυλους μέ ἀνώτερη ἔμπνευση ὅτι «θ᾿ ἀνατείλει ἕνα ἀστέρι ἀπό τόν Ἰακώβ». Βλέπεις τούς μάγους, πού ἕλκουν ἀπό ἐκεῖνον τή γενιά τους, νά παρακολουθοῦν κατά τήν πρόρρηση τοῦ προπάτορα τήν ἀνατολή τοῦ νέου ἄστρου, πού μόνο αὐτό διαφορετικά ἀπό τή φύση τῶν ἄλλων ἄστρων καί κινήθηκε καί σταμάτησε κάνοντας ἀνάλογα μέ τό τί χρειαζόταν πότε τό ἕνα πότε τό ἄλλο. Ἐνῶ δηλαδή ἀπό τά ἄλλα ἄστρα ἡ μία κατηγορία εἶναι τοποθετημένα στήν ἁπλανή σφαίρα καί τούς ἔλαχε στάση ἀπαρασάλευτη, καί τά ἄλλα δέν παύουν ποτέ νά κινοῦνται, τό ἀστέρι τοῦτο καί κινεῖται ὁδηγώντας τούς μάγους ἀλλά καί σταματᾶ δείχνοντας τόν τόπο. Ἀκοῦς τόν Ἠσαΐα νά φωνάζει «γεννήθηκε γιά χάρη μας παιδί καί μᾶς δόθηκε υἱός» (Ἠσ. 9, 6). Μάθε ἀπό τόν ἴδιο τόν προφήτη πῶς γεννήθηκε τό παιδί, πῶς μᾶς δόθηκε υἱός. Ἄραγε κατά τό φυσικό νόμο; Ὄχι, λέει ὁ προφήτης. Ὁ Κύριος τῆς φύσης δέ γίνεται δοῦλος τῆς φύσης. Πές μου ὅμως, πῶς γεννήθηκε τό παιδί. «Νά», λέει, «ἡ Παρθένος θά συλλάβει καί θά γεννήσει υἱό καί θά τοῦ δώσουν τό ὄνομα Ἐμμανουήλ, πού ἑρμηνεύεται ̒ὁ Θεός εἶναι μαζί μας᾿» (Ἠσ. 7, 14). Πώ πώ θαῦμα! Ἡ παρθένος γίνεται μητέρα καί παραμένει παρθένος.
Βλέπεις τήν καινοτομία τῆς φύσης. Στίς ἄλλες γυναῖκες ὅσο μία εἶναι παρθένος δέν εἶναι μητέρα, ὅταν ὅμως γίνει μητέρα δέν ἔχει πιά τό γνώρισμα τῆς παρθενίας. Ἐδῶ καί τά δύο ὀνόματα συνέπεσαν. Ἡ ἴδια εἶναι καί μητέρα καί παρθένος καί οὔτε ἡ παρθενία ἐμπόδισε τή γέννηση οὔτε ἡ γέννηση κατάργησε τήν παρθενία. Ἔπρεπε αὐτός πού ἦρθε στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου γιά ν᾿ ἀφθαρτοποιήσει τό πᾶν, ν᾿ ἀρχίσει ἀπό τήν ἀφθαρσία πού ἐξυπηρετοῦσε τή γέννησή του. Ἡ συνήθεια τῶν ἀνθρώπων ὀνομάζει ̒ἄφθορη᾿αὐτήν πού δέν ἔχει πείρα γάμου. Αὐτό μοῦ φαίνεται ἔχει κατανοήσει πρῶτος Ἐκεῖνος ὁ Μωϋσῆς ὁ μέγας μέ τή θεοφάνεια πού τοῦ ἔγινε μέ τό φῶς, ὅταν ἡ φωτιά ἄναβε στή βάτο καί ἡ βάτος δέν καιγόταν. Γιατί λέει, «θά μεταβῶ καί θά δῶ αὐτό τό μέγα ὅραμα» (Ἐξ. 3, 3). Δέ δηλώνει νομίζω τοπική κίνηση μέ τή μετάβαση, ἀλλά τό πέρασμα τοῦ χρόνου. Αὐτό δηλαδή πού προτυπώθηκε τότε μέ τή φλόγα καί τή βάτο, ἀφοῦ πέρασε ὁ ἐνδιάμεσος χρόνος, ἀποκαλύφθηκε φανερά στό μυστήριο μέ τήν Παρθένο. Ὅπως ἐκεῖ ὁ θάμνος ἐνῶ φλογίζεται δέν καίγεται, ἔτσι καί ἐδῶ ἡ Παρθένος καί γεννᾶ τό φῶς ἀλλά καί δέν παθαίνει καμιά φθορά.
Ἄν τώρα ἡ βάτος προτυπώνει τό σῶμα τῆς Παρθένου, μήν ντραπεῖς γιά τό αἴνιγμα. Γιατί κάθε σάρκα ἐπειδή παραδέχεται τήν ἁμαρτία, εἶναι ἁμαρτία ἀκριβῶς κατά τό ὅτι εἶναι μόνο σάρκα (Β´ Βασ. 23, 6), ἐνῶ ἡ ἁμαρτία στή Γραφή παίρνει τό ὄνομα τοῦ ἀγκαθιοῦ. Καί γιά νά μήν ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τό θέμα μας, ἴσως δέν εἶναι ἄκαιρο νά φέρομε τόν Ζαχαρία πού σκοτώθηκε ἀνάμεσα στό ναό καί στό θυσιαστηρίο ὡς μάρτυρα τῆς ἄφθορης μητέρας. Ὁ Ζαχαρίας ἦταν ἱερέας καί ὄχι μόνο ἱερέας, ἀλλά εἶχε καί τό χάρισμα τῆς προφητείας (Λουκᾶ 1, 3 ἑ), πού ἡ δύναμή της διακηρύσσεται γραμμένη μέσα στό βιβλίο τοῦ Εὐαγγελίου. Ὅταν προετοίμαζε ἡ θεία χάρη τούς ἀνθρώπους νά μή θεωρήσουν ἀπίθανη τή γέννηση τῆς Παρθένου, προετοιμάζει τή συγκατάθεση τῶν ἀπίστων μέ μικρότερα θαύματα, ὅπως γιά παράδειγμα ἡ ἡλικιωμένη στείρα ἀποχτᾶ παιδί. Αὐτό εἶναι τό προοίμιο τοῦ θαύματος τῆς παρθενίας. Ὅπως δηλαδή ἡ Ἐλισάβετ δέ γίνεται μητέρα μέ τή φυσική της δύναμη, ἀφοῦ εἶχε γηράσει χωρίς ν᾿ ἀποκτήσει παιδί, ἀλλά ἡ γέννηση τοῦ παιδιοῦ ἀποδίδεται στό θεῖο θέλημα, ἔτσι καί τό ἀπίστευτο τοῦ παρθενικοῦ κοιλοπονήματος, γίνεται πιστευτό μέ τήν ἀναφορά του στό θεῖο.Ἐπειδή λοιπόν ὁ υἱός πού προῆλθε ἀπό τή στείρα προλαμβάνει αὐτόν πού προῆλθε ἀπό τήν παρθενία, αὐτός πού σκίρτησε προτοῦ γεννηθεῖ μέσα στά σπλάχνα τῆς μητέρας του μέ τή φωνή ἐκείνης πού κυοφοροῦσε τόν Κύριο, ὅταν γεννήθηκε ὁ Πρόδρομος τοῦ Λόγου, τότε μέ τήν προφητική ἔμπνευση λύεται ἡ σιωπή τοῦ Ζαχαρία. Καί ὅσα διατυπώνει ὁ Ζαχαρίας ἀποτελοῦσαν προφητεία γιά τό μέλλον. Αὐτός λοιπόν πού τό προφητικό πνεῦμα τόν χειραγωγεῖ στή γνώση τῶν κρυπτῶν, κατανοώντας τό μυστήριο τῆς παρθενίας στήν ἄφθαρτη γέννηση, δέν ἀποχώρισε μέσα στό ναό τήν ἄγαμη μητέρα ἀπό τόν τόπο τόν προκαθορισμένο ἀπό τό νόμο γιά τίς παρθένες, θέλοντας νά διδάξει τούς Ἰουδαίους ὅτι ὁ δημιουργός τῶν ὄντων καί βασιλεύς ὅλης τῆς κτίσης, μαζί μέ ὅλα τά ἄλλα ἔχει ὑποχείριά του καί τήν ἀνθρωπίνη φύση, τήν κατευθύνει μέ τή θέλησή του ὅπου αὐτός νομίζει καί δέν ἐξουσιάζεται αὐτός ἀπό ἐκείνην, ὥστε εἶναι στήν ἐξουσία καί τή δύναμή του νά δημιουργήσει νέα γέννηση. Ἡ γέννηση αὐτή δέ θ᾿ ἀφαιρέσει ἀπό αὐτήν πού ἔγινε μητέρα τό νά μείνει παρθένος. Γι᾿ αὐτό δέν τήν ἀποχώρισε μέσα στό ναό ἀπό τή θέση τῶν παρθένων. Καί ἡ θέση αὐτή ἦταν ὁ τόπος ἀνάμεσα στό ναό καί τό θυσιαστήριο. Ἐπειδή λοιπόν ἄκουγαν ὅτι θά γεννηθεῖ κατ᾿ οἰκονομίαν σάν ἄνθρωπος ὁ βασιλιάς τῆς κτίσης, ἀπό φόβο νά μή γίνουν ὑποχείριοι σέ βασιλιά σκοτώνουν αὐτόν πού ἔδινε μαρτυρία γιά τή γέννηση, τόν ἱερέα πού ἱερούργησε κοντά στό ἴδιο τό θυσιαστήριο (Ματθ. 23, 25). Πλανηθήκαμε ὅμως μακριά ἀπό τό θέμα μας, ἐνῶ ἔπρεπε ὁ λόγος μας νά γυρίσει στή Βηθλεέμ τοῦ Εὐαγγελίου. Ἄν δηλαδή ἐμεῖς εἴμαστε ἀληθινά ποιμένες κι ἀγρυπνοῦμε γιά τά ἴδια μας ποίμνια, τότε ἀπευθύνεται ὁπωσδήποτε σ᾿ ἐμᾶς ἡ φωνή τῶν ἀγγέλων, πού εὐαγγελίζεται αὐτή τή μεγάλη χαρά (Λουκᾶ 2, 10).
Ἄς ὑψώσομε λοιπόν τό βλέμμα στήν οὐράνια στρατιά, ἄς δοῦμε τούς χορούς τῶν ἀγγέλων, ἄς ἀκούσομε τή θεία τους ὑμνωδία. Ποιός εἶναι ὁ ὕμνος τῶν ἑορταστῶν; Φωνάζουν, «δόξα νά ἔχει ὁ Θεός στόν οὐρανό» (Λουκᾶ 2, 14). Γιατί οἱ ἄγγελοι δοξάζουν τή θεότητα πού βλέπομε στά ὕψη; Γιατί λέγοντας «καί εἰρήνη πάνω στή γῆ» ἔγιναν ὁλόχαροι γιά τό ὅ,τι ἔβλεπαν οἱ ἄγγελοι «εἰρήνη πάνω στή γῆ». Ἡ προηγουμένως καταραμένη, αὐτή πού γενοῦσε ἀγκάθια καί τριβόλια, ὁ τόπος τῆς συμπλοκῆς, ἡ ἐξορία τῶν καταδικασμένων, ἡ γῆ δηλαδή δέχτηκε τήν εἰρήνη. Πώ πώ θαῦμα! «Ἡἀλήθεια ἀνέτειλε ἀπό τή γῆ καί ἀπό τόν οὐρανό πρόβαλε ἡ δικαιοσύνη» (Ψαλμ. 84, 12)! Τέτοιο καρπό καρποφόρησε ἡ γῆ τῶν ἀνθρώπων. Αὐτά γίνονται γιά τήν ἐκδήλωση τῆς καλῆς διάθεσης πρός τούς ἀνθρώπους. Ὁ Θεός ἀναμιγνύεται μέ τήν ἀνθρώπινη φύση, γιά νά ὑψωθεῖ ὁ ἄνθρωπος στό ὕψος τοῦ Θεοῦ. Ἔχοντας ἀκούσει αὐτά τά πράγματα ἄς πᾶμε στή Βηθλεέμ κι ἄς δοῦμε τό νέο θέαμα, πῶς χαίρεται ἡ Παρθένος γιά τή γέννηση, πῶς ἡ ἄσχετη μέ τό γάμο περιποιεῖται τό νήπιο. Καί πρῶτα ποιά εἶναι αὐτή καί ἀπό ποῦ θ᾿ ἀκούσομε νά μᾶς ἐξιστοροῦνται τά σχετικά μέ αὐτή.Ἄκουσα λοιπόν μιά ἀπόκρυφη ἱστορία, πού διηγεῖται τά ἑξῆς. Ὁ πατέρας τῆς Παρθένου ἦταν ὀνομαστός γιά τήν αὐστηρή ζωή του σύμφωνα μέ τό νόμο καί γνωστός γιά τίς ἀρετές του. Εἶχε γεράσει χωρίς ν᾿ ἀποκτήσει παιδί, γιατί ἡ γυναίκα του δέν ἦταν σέ θέση νά τεκνοποιήσει. Ὁ νόμος τιμοῦσε τίς μητέρες, καί τήν τιμή αὐτή δέν τήν εἶχαν οἱ στεῖρες. Μιμεῖται λοιπόν κι ἐκείνη ὅ,τι λένε οἱ διηγήσεις γιά τή μητέρα τοῦ Σαμουήλ (Α´ Βασ. 1, 12 ἑ). Μπαίνει μέσα στά ἅγια τῶν ἁγίων, ἱκετεύει τό Θεό νά μή χάσει τίς εὐλογίες τῶν νόμων, χωρίς νά ἔχει παραβεῖ καθόλου τό νόμο, ἀλλά νά γίνει μητέρα καί ν᾿ ἀφιερώσει τό παιδί της στό Θεό. Δυναμωμένη ἀπό τό θεῖο σημάδι ἔλαβε τή χάρη πού εἶχε ζητήσει. Ὅταν γεννήθηκε τό παιδί τό ὀνόμασε Μαρία, γιά νά δηλωθεῖ καί μέ τό ὄνομα ὅτι ἦταν θεϊκή χάρη. Ὅταν μεγάλωσε ἀρκετά τό κοριτσάκι, ὥστε νά μή χρειάζεται νά θηλάζει, τό ἀποδίδει ἀμέσως στό Θεό, ἐκπληρώνει τήν ὑπόσχεσή της καί τό παραδίνει στό ναό. Οἱ ἱερεῖς ἀνατρέφουν τήν κόρη μέσα στά Ἅγια ὅμοια ὅπως τό Σαμουήλ κι ὅταν μεγάλωσε, σκέφτηκαν τί νά κάνουν μέ τό ἱερό ἐκεῖνο σῶμα ὥστε νά μήν ἁμαρτήσουν στό Θεό. Νά τή δεσμεύσουν στό νόμο τῆς φύσης καί νά τήν ὑποδουλώσουν μέ τό γάμο σ᾿ αὐτόν πού θά τήν ἔπαιρνε, θά ἦταν τό πιό ἀπαράδεκτο. Θεωρήθηκε πέρα πέρα ἱεροσυλία, νά γίνει ἕνας ἄνθρωπος κύριος τοῦ ἀφιερώματος στό Θεό, ἀφοῦ οἱ νόμοι ὁρίζουν ὅτι ὁ ἄνδρας εἶναι κύριος τῆς γυναίκας. Γιά τούς ἱερεῖς ὅμως νά τούς συναναστρέφεται μέσα στό ναό μιά γυναίκα καί νά τή βλέπουν μέσα στά Ἅγια καί νόμιμο δέν ἦταν κι ἀκόμα ἔλειπε ἀπό τό γεγονός ἡ σεμνότητα.Καθώς σκέφτονται τί ν᾿ ἀποφασίσουν γι᾿ αὐτά, τούς ἔρχεται συμβουλή ἀπό τό Θεό, νά τή δώσουν σέ κάποιον μέ τόν τύπο τῆς μνηστείας, ἀλλά αὐτός νά εἶναι ἄνθρωπος κατάλληλος νά προστατεύσει τήν παρθενία της. Βρέθηκε λοιπόν ὁ Ἰωσήφ, ὅπως τόν ζητοῦσαν, ἀπό τήν ἴδια φυλή καί πατριά μέ τήν Παρθένο καί μνηστεύεται τήν κόρη κατά τή συμβουλή τῶν ἱερέων. Ἡ σχέση ἔμεινε ὥς τή μνηστεία. Τότε ἡ Παρθένος δέχεται τήν ἀγγελία τοῦ μυστικοῦ ἀπό τό Γαβριήλ. Τά λόγια τῆς ἀγγελίας ἦταν εὐλογία. «Χαῖρε», λέει, «ἐσύ πού ἔχεις τή χάρη, ὁ Κύριος εἶναι μαζί σου» (Λουκᾶ 1, 26). Ἀντίθετος στό λόγο πρός τήν πρώτη γυναίκα εἶναι τώρα ὁ λόγος πρός τήν Παρθένο. Ἡ πρώτη καταδικάστηκε γιά τήν ἁμαρτία της στούς πόνους τοῦ τοκετοῦ (Γεν. 3, 16), ἐνῶ στήν περίπτωση τῆς Παρθένου ἡ χαρά διώχνει τή λύπη. Στήν πρώτη προηγήθηκαν ἀπό τούς πόνους τοῦ τοκετοῦ οἱ λύπες, ἐδῶ ἡ χαρά ἀπομακρύνει τόν πόνο. «Μή φοβᾶσαι», λέει. Ἐπειδή σέ κάθε γυναίκα ἡ προσδοκία τοῦ πόνου προκαλεῖ φόβο, ἡ ὑπόσχεση τῆς γλυκιᾶς ὠδίνης διώχνει τό φόβο. «Θά συλλάβεις», λέει, «καί θά γεννήσεις υἱό καί θά τοῦ δώσεις τό ὄνομα Ἰησοῦς. Αὐτός θά σώσει τό λαό του ἀπό τίς ἁμαρτίες του». Καί τί ἀπαντᾶ ἡ Μαρία; Ἄκουσε τό λόγο τῆς ἁγνῆς Παρθένου. Ὁ ἄγγελος τῆς εὐαγγελίζεται τή γέννηση κι αὐτή ἐπιμένει στήν παρθενία της, κρίνοντας προτιμότερη ἀπό τήν ἀγγελική ἐμφάνιση τό ὅτι ἦταν ἁγνή καί οὔτε πρός τόν ἄγγελο δείχνει δυσπιστία οὔτε τίς γνῶμες της ἐγκαταλείπει. Μοῦ ἔχει ἀποκλειστεῖ, λέει, ἡ σχέση μέ ἄνδρα· «πῶς μπορεῖ νά γίνει αὐτό, ἀφοῦ δέν γνωρίζω ἄνδρα; ». Αὐτός ὁ λόγος τῆς Μαρίας εἶναι ἀπόδειξη αὐτῶν πού ἱστοροῦνται συγκεκαλυμμένα. Γιατί, ἄν ὁ Ἰωσήφ τήν εἶχε πάρει σέ γάμο, πῶς θά παραξενευόταν μ᾿ ἐκεῖνον πού τῆς προμηνοῦσε τή γέννηση, ἀφοῦ περίμενε ὅτι κάποτε θά γινόταν κι αὐτή μητέρα κατά τό φυσικό νόμο; Ἐπειδή ὅμως ἡ σάρκα πού εἶχε ἀφιερωθεῖ στό Θεό ἔπρεπε νά φυλάγεται ἀνέπαφη ὅπως ἕνα ἅγιο ἀφιέρωμα, γι᾿ αὐτό λέει, ἀκόμα κι ἄν εἶσαι ἄγγελος κι ἄν ἔρχεσαι ἀπό τόν οὐρανό κι ὅ,τι βλέπω εἶναι πέρα ἀπό τ᾿ ἀνθρώπινα, ἀλλά τό νά γνωρίσω ἄνδρα εἶναι ἀπό τά ἀδύνατα. Καί πῶς θά γίνω μητέρα δίχως ἄνδρα; Τόν Ἰωσήφ τόν ξέρω ὡς μνηστήρα μου, δέν τόν γνωρίζω ὡς ἄνδρα. Τί λέει λοιπόν ὁ νυμφαγωγός Γαβριήλ; Ποιό νυφικό θάλαμο προσφέρει στόν καθαρό κι ἀμίαντο γάμο; «Πνεῦμα», λέει, «ἅγιο θά ρθεῖἐπάνω σου καί θά σέ ἐπισκιάσει ἡ δύναμη τοῦὙψίστου». Ὤ σπλάχνα μακάρια πού ἀπέσπασαν ἀπό τήν ὑπερβολική καθαρότητα τους τά ἀγαθά τῆς ψυχῆς. Σέ ὅλους τούς ἄλλους, μόλις μπορεῖ νά δεχτεῖ τήν παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἡ καθαρή ψυχή. Ἐδῶ ὅμως δοχεῖο τοῦ Πνεύματος γίνεται ἡ σάρκα. Ἀλλά «καί θά σ᾿ ἐπισκιάσει ἡ δύναμη τοῦ Ὑψίστου». Τί σημαίνει ὁ μυστικός αὐτός λόγος; Ὅτι «ὁ Χριστός εἶναι Θεοῦ δύναμη καί Θεοῦ σοφία», ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος (Α´ Κορ 1, 24). Ἡ δύναμη λοιπόν τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ πού εἶναι ὁ Χριστός παίρνει μορφή στήν Παρθένο μέ τήν ἐπέλευση τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ὅπως δηλαδή ἡ σκιά τῶν σωμάτων παίρνει τή μορφή τοῦ σώματος πού προηγεῖται, ἔτσι ὁ χαρακτήρας καί τά γνωρίσματα τῆς θεότητας τοῦ Υἱοῦ θά φανοῦν στή δύναμη αὐτοῦ πού γεννιέται, πού θά δείχνονται μέ τίς ἐκδηλώσεις τῆς θαυματουργίας, εἰκόνα καί σφραγίδα καί ἀποσκίασμα καί ἀπαύγασμα τοῦ πρωτοτύπου.Ἀλλά τό χαρμόσυνο μήνυμα τοῦ ἀγγέλου μᾶς προτρέπει νά γυρίσομε στή Βηθλεέμ καί νά παρατηρήσομε τά μυστήρια τοῦ σπηλαίου. Ποιό εἶναι τό μυστήριο αὐτό; Ἕνα παιδί τυλιγμένο στά σπάργανα ν᾿ ἀναπαύεται μέσα σέ φάτνη, καί ἡ Παρθένος ἀκόμα καί μετά τή γέννηση, ἡ ἄφθορη μητέρα περιποιεῖται τό μικρό. Ἄς ποῦμε ἐμεῖς οἱ ποιμένες τό λόγο τοῦ προφήτη· «ὅπως ἀκούσαμε, ἔτσι καί εἴδαμε στήν πόλη τοῦ Κυρίου τῶν δυνάμεων, στήν πόλη τοῦ Θεοῦ μας» (Ψαλμ. 42). Δέν ἔγιναν ἄραγε αὐτά τυχαῖα κι ὅπως ἦρθαν καί συνέπεσαν νά ἐξιστοροῦνται γιά τό Χριστό ἤ ἡ ἱστορία ἔχει κάποιο λόγο; Τί νόημα ἔχει γιά τόν Κύριο τό κατάλυμα στό σπήλαιο καί τό πλάγιασμά του στή φάτνη, ἡ ἀνάμιξή του μέσα στή ζωή τόν καιρό τῆς ἀπογραφῆς τῶν φόρων; Ἤ εἶναι φανερό ὅτι ὅπως μᾶς ἐλευθερώνει ἀπό τή νομική κατάρα μέ τό νά γίνει αὐτός ὁ ἴδιος κατάρα γιά χάρη μας (Γαλ. 3, 13) καί μεταφέρει στόν ἑαυτό του τά δικά μας τραύματα, γιά νά γίνομε καλά ἐμεῖς μέ τά δικά του τραύματα (Ἠσ. 53, 9), ἔτσι γίνεται καί μέ τή φορολογία, γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τά δεσμά τῆς κακίας, πού ἔδεναν τό ἀνθρώπινο γένος καθώς τό φορολογοῦσε ὁ θάνατος; Ἀλλά βλέποντας τό σπήλαιο ὅπου γεννιέται ὁ Κύριος, βάλε στό νοῦ σου τό σκοτεινό καί ὑπόγειο βίο τῶν ἀνθρώπων, ὅπου φθάνει καί ἐκεῖνος πού φανερώνεται σ᾿ αὐτούς πού κάθονται στό σκότος καί στή σκιά τοῦ θανάτου (Ἠσ. 9, 2). Καί τυλίγεται σφιχτά μέσα στά σπάργνα, αὐτός πού ἔχει φορέσει τίς σειρές τῶν δικῶν μας ἁμαρτημάτων. Ἡ φάτνη εἶναι ὁ στάβλος τῶν ἀλόγων ζώων, ὅπου γεννιέται ὁ Λόγος, γιά νά καταλάβει τό βόδι τόν ἀφέντη του καί ὁ ὄνος τό παχνί τοῦ Κυρίου του (Ἠσ. 1, 3). Βόδι εἶναι αὐτός πού εἶναι στό ζυγό τοῦ νόμου, ἐνῶ ὄνος τό μεταφορικό ζῶο, τό φορτωμένο μέ τήν ἁμαρτία τῆς εἰδωλολατρίας.
Καί ἡ κατάλληλη βέβαια γιά τά ζῶα τροφή καί ζωή εἶναι τό χόρτο· «αὐτός πού κάνει νά φυτρώνει χόρτο γιά τά ζῶα» (Ψαλμ. 103, 14), λέει ὁ προφήτης, ἐνῶ τό λογικό ζῶο τρέφεται μέ ψωμί. Γι᾿ αὐτό λοιπόν ὁ Ἄρτος τῆς ζωῆς πού κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό (Ἰω. 6, 48 ἑ) τοποθετεῖται μέσα στή φάτνη, πού εἶναι ἡ κατοικία τῶν ἀλόγων, γιά νά μεταλάβουν καί τά ἄλογα τροφή λογική καί νά γίνουν λογικά. Γίνεται λοιπόν μέσα στή φάτνη ἀνάμεσα στό βόδι καί τόν ὄνο ὁ Κύριος μεσίτης καί τῶν δύο, γιά νά γκρεμίσει τό μεσότοιχο τοῦ φραγμοῦ καί νά ἑνώσει στό πρόσωπό του τούς δύο σέ ἕνα νέο ἄνθρωπο (Ἐφ. 2, 14), καταργώντας τοῦ ἑνός τό βαρύ ζυγό τοῦ Νόμου καί τόν ἄλλο ἐλευθερώνοντάς τον ἀπό τό φορτίο τῆς εἰδωλολατρίας. Ἀλλά ἄς ὑψώσομε τό βλέμμα στά οὐράνια θαύματα. Γιατί νά, δέ μᾶς εὐαγγελίζονται τή χαρά αὐτήν μόνο προφῆτες καί ἄγγελοι, ἀλλά καί οἱ οὐρανοί μέ τά δικά τους θαύματα διαλαλοῦν τή δόξα τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ Χριστός ἔχει ἀνατείλει γιά χάρη μας ἀπό τή φυλή τοῦ Ἰούδα (Ἑβρ. 7, 14), ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος, ἀλλά οἱ Ἰουδαῖοι δέν καταφωτίζονται ἀπό αὐτόν πού ἀνέτειλε. Οἱ μάγοι εἶναι ἄσχετοι ἀπό τίς διαθῆκες τῆς ἐπαγγελίας καί ξένοι ἀπό τήν εὐλογία τῶν πατέρων, προηγοῦνται ὅμως στή γνώση ἀπό τόν ἰσραηλιτικό λαό· καί τό οὐράνιο ἄστρο ἀναγνώρισαν καί τό βασιλιά μέσα στό σπήλαιο δέν ἀγνόησαν. Οἱ μάγοι φέρνουν δῶρα, ἐνῶ αὐτοί τόν ἐπιβουλεύονται. Οἱ πρῶτοι τόν προσκυνοῦν, οἱ ἄλλοι τόν καταδιώκουν. Ἐκεῖνοι χαίρονται ὅταν βρῆκαν αὐτόν πού ζητοῦσαν. Αὐτοί ταράζονται ἀπό τή γέννηση ἐκείνου πού εἶχε προαγγελθεῖ. Γιατί λέει, «ὅταν εἶδαν οἱ μάγοι τό ἄστρο πάνω ἀπό τό μέρος ὅπου ἦταν τό παιδί δοκίμασαν μεγάλη χαρά. ἘνῶὁἩρώδης ὅταν ἄκουσε τό λόγο ταράχτηκε καί μαζί του ὅλα τά Ἰεροσόλυμα» (Ματθ. 2, 10). Οἱ μάγοι προσφέρουν σ᾿αὐτόν λίβανο ὅπως σέ Θεό, τιμοῦν μέ χρυσό τό βασιλικό ἀξίωμα, καί τήν οἰκονομία κατά τό πάθος τή δηλώνουν μέ τή σμύρνα κατά κάποια προφητική χάρη. Ἐνῶ οἱ ἄλλοι καταδικάζουν στήν ἐξόντωση ὅλη τήν παιδική ἡλικία, πράγμα πού μοῦ φαίνεται ὅτι τούς κατηγορεῖ ὄχι μόνο γιά τή σκληρότητα ἀλλά καί γιά τήν ἀνοησία τους. Ποιό λόγο δηλαδή εἶχε ὁ φόνος τῶν παιδιῶν; Καί γιά ποιό σκοπό τόλμησαν τό ἀνόσιο αὐτό ἔγκλημα; Ἐπειδή, λέει, ἕνα νέο θαυμαστό φαινόμενο τοῦ οὐρανοῦ μήνυσε στούς μάγους τήν ἀνάδειξη τοῦ Βασιλέα.Τί λοιπόν; Πιστεύεις ὅτι τό σημεῖο πού τόν μήνυσε εἶναι ἀληθινό ἤ θεωρεῖς ἀνυπόστατο, ὅ,τι λέγεται; Ἄν εἶναι τέτοιος ὥστε νά κάνει ὑποχείριους τούς οὐρανούς, αὐτό δέν εἶναι ὁπωσδήποτε πάνω ἀπό τή δύναμή σου; Ἄν ὅμως δίνει στήν ἐξουσία σου τή ζωή καί τό θάνατό του, τόν φοβᾶσαι μάταια. Γιατί αὐτόν πού φέρεται ἔτσι, ὥστε νά εἶναι ὑποχείριος στήν ἐξουσία σου, γιά ποιό λόγο εἶναι ἐπίφοβος; Γιατί ἐξαπολύεται ἡ φρικτή ἐκείνη διαταγή, ἡ ἀποτρόπαια ἀπόφαση κατά τῶν παιδιῶν, νά ἐξοντωθοῦν τά ἄμοιρα βρέφη; Ποιά ἀδικία ἔκαναν; Ποιά ἀφορμή θανάτου ἤ τιμωρίας ἔδωσαν κατά τοῦ ἑαυτοῦ τους; Τό ἔγκλημά τους ἦταν ἕνα, ὅτι γεννήθηκαν καί εἶδαν τό φῶς. Γι᾿ αὐτό ἔπρεπε νά γεμίσει ἡ πόλη ἀπό δημίους καί νά μαζευτεῖ πλῆθος μητέρων καί νηπίων, κόσμος νά τούς συμπαραστέκεται καί οἱ γονεῖς καί ὅλοι, ὅπως εἶναι φυσικό νά μαζεύονται γιά τή συμφορά τῶν συγγενῶν τους. Ποιός μπορεῖ νά περιγράψει μέ τό λόγο τίς συμφορές; Ποιός μέ τή διήγησή του θά φέρει μπροστά στά μάτια μας τή δυστυχία; Τόν ἀνάμικτο ἐκεῖνο θρῆνο, τό γοερό μοιρολόι παιδιῶν, μητέρων, συγγενῶν, πατέρων, πού κραύγαζαν ἀξιολύπητα μπροστά στήν ἀπειλή τῶν δημίων; Πῶς νά ζωγραφίσει κανένας τό δήμιο κοντά στό νήπιο μέ γυμνό τό ξίφος, μέ βλέμμα ὅλο κακία καί φόνο καί παρόμοια καί νά μιλᾶ, νά σέρνει πρός τόν ἑαυτό του τό βρέφος μέ τό ἕνα χέρι καί μέ τό ἄλλο νά ὑψώνει τό ξίφος, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη ἡ μητέρα νά τραβάει τό παιδί πρός τό δικό της μέρος καί ν᾿ ἁπλώνει τό δικό της τράχηλο στήν κόψη τοῦ σπαθιοῦ, γιά νά μή δεῖ μέ τά μάτια της τό δόλιο της παιδί νά τό σκοτώνουν τά χέρια τοῦ δημίου; Πῶς πάλι θά μποροῦσε νά διηγηθεῖ κάποιος τά ὅσα δοκίμασαν οἱ πατέρες; Τίς ἀνακλήσεις τῶν παιδιῶν τους, τίς κραυγές, τά σφιχταγκαλιάσματα, καί πολλά παρόμοια πού τά ἔκαναν ὅλα μαζί; Ποιός μπορεῖ νά διεκτραγωδήσει τήν πολλαπλή καί πολύτροπη συμφορά, τίς διπλές ὠδίνες τῶν μητέρων πού μόλις γέννησαν, τά διαπεραστικά μαχαίρια τῆς φύσης; Πῶς τό δόλιο βρέφος κολλοῦσε στό μαστό τῆς μητέρας καί στά σπλάχνα του δεχόταν τό θανάσιμο χτύπημα; Πῶς ἡ δύστυχη μάννα καί τό μαστό της ἔδινε στό παιδί καί τοῦ παιδιοῦ της τό αἷμα δεχόταν στούς κόρφους της; Πολλές φορές μάλιστα μέ τήν κίνηση τοῦ χεριοῦ του ὁ δῆμιος, μ᾿ ἕνα χτύπημα τοῦ ξίφους πέρασε μαζί πέρα γιά πέρα παιδί καί μητέρα καί τό αἷμα ἔκανε κοινό αὐλάκι ἀνακατεμένο ἀπό τό μητρικό τραῦμα καί τή θανάσιμη λαβωματιά τοῦ παιδιοῦ. Κι ἐπειδή περιεῖχε κι αὐτό ἡ ἀνίερη διαταγή τοῦ Ἡρώδη, νά μή ἐφαρμοστεῖ ἡ θανατική ἀπόφαση μόνο στά ἀρτιγέννητα, ἀλλά κι ἄν κάποιο ἦταν δύο ἐτῶν νά φονευτεῖ κι αὐτό μαζί (Ματθ. 2, 16) (γιατί ἔγραφε ἀπό δύο χρονῶν καί κάτω), ἄλλη συμφορά πάλι θέλει νά πεῖ ὁ λόγος μ᾿ αὐτό, ὅπως εἶναι φυσικό, γιατί πολλές φορές τό διάστημα τῶν δύο ἐτῶν ἔκανε δύο φορές μητέρα τήν ἴδια γυναίκα. Θλιβερό πάλι θέαμα κι ἐδῶ, δύο δήμιοι ν᾿ ἀσχολοῦνται μέ τήν ἴδια μάννα, ὁ ἕνας νά τραβάει τό παιδί πού τρέχει γύρω στή μητέρα κι ὁ ἄλλος νά ξεκολλάει ἀπό τήν μάννα τό βρέφος τῆς ἀγκαλιᾶς. Τί εἶναι φυσικό ὅτι θά ὑπόφερε ἡ δύστυχη μάνα; Σκιζόταν ἡ καρδιά της στά δύο παιδιά της κι ἔκαιγε καί τῶν δύο ὁ πόνος ἐξίσου τά μητρικά σπλάχνα καί δέν ἤξερε ποιόν ἀπό τούς δύο δημίους ν᾿ ἀκολουθήσει, πού ὁ ἕνας ἀπό δῶ κι ὁ ἄλλος ἀπό κεῖ ἔσερναν τά παιδιά νά τά σφάξουν; Νά τρέξει στό νεογέννητο; τό κλάμα του εἶναι ἀκόμη χωρίς εἱρμό καί χωρίς ἔκφραση. Ἀκούει ὅμως τό ἄλλο πού μιλάει πιά καί φωνάζει τή μητέρα του κλαίγοντας καί μέ διακοπτόμενη φωνή. Τί νά κάνει; Πῶς ν᾿ ἀνταποκριθεῖ; Σέ ποιοῦ τό κάλεσμα ν᾿ ἀπαντήσει; Μέ ποιοῦ τήν κραυγή νά ἑνώσει τή δική της; Ποιόν θάνατο νά θρηνήσει, ἀφοῦ ἴσα τήν σκίζουν τά μαχαίρια τῆς φύσης;
Ἀλλά ἄς ἀπομακρύνομε τήν ἀκοή μας ἀπό τούς θρήνους γιά τά παιδιά κι ἄς στρέψομε τό νοῦ μας σέ πιό χαρούμενες σκέψεις πού ταιριάζουν καλύτερα στήν ἑορτή, ἄν καί ἡ Ραχήλ μέ δυνατές φωνές, ὅπως λέει ὁ προφήτης ( Ἰερ. 31, 15.. Ματθ. 2, 17), θρηνεῖ τή σφαγή τῶν παιδιῶν της. Στήν ἑορτάσιμη ἡμέρα, λέει ὁ σοφός Σολομών, πρέπει νά ξεχνοῦμε τίς συμφορές. Καί ποιά ἄλλη ἑορτή πιό χαρμόσυνη ἀπό αὐτήν ἔχομε, κατά τήν ὁποία ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης σκορπίζοντας τά πονηρά σκοτάδια τοῦ διαβόλου φωτίζει τήν κτίση μέ τήν ἴδια μας τή φύση, μέσα στήν ὁποία ὅ,τι ἔχει πέσει σηκώνεται, ὅ,τι βρίσκεται σέ πόλεμο ὁδηγεῖται στήν εἰρήνευση, τό ἀποκηρυγμένο ἐπαναφέρεται, ὅ,τι ἔχει ἐκπέσει ἀπό τή ζωή ἐπανέρχεται στή ζωή, ὅ,τι εἶχε ὑποδουλωθεῖ κι αἰχμαλωτιστεῖ ἀποκαθίσταται στό βασιλικό ἀξίωμα, κι ὅ,τι ἦταν δέμενο μέ τά δεσμά τοῦ θανάτου, ἐπιστρέφει ἐλευθερωμένο στή χώρα τῶν ζωντανῶν; Τώρα, σύμφωνα μέ τήν προφητεία, συντρίβονται οἱ χάλκινες πύλες τοῦ θανάτου (Ψαλμ. 106, 14)· θραύονται οἱ σιδερένιοι μοχλοί, πού πρῶτα κρατοῦσαν στήν εἱρκτή καί στή φύλαξη τοῦ θανάτου τό ἀνθρώπινο γένος. Τώρα, ὅπως λέει ὁ Δαβίδ, ἀνοίγει ἡ πύλη τῆς δικαιοσύνης (Ψαλμ. 117, 19). Τώρα ἀκούγονται σ᾿ ὅλη τήν οἰκουμένη ὁμόφωνα τά τραγούδια ὅσων ἑορτάζουν. Ἀπό ἄνθρωπο ἦρθε ὁ θάνατος καί ἀπό ἄνθρωπο ἦρθε ἡ σωτηρία. Ὁ πρῶτος ἔπεσε στήν ἁμαρτία, ὁ δεύτερος σήκωσε αὐτόν πού εἶχε πέσει. Ἡ γυναίκα ὑπερασπίστηκε τή γυναίκα. Ἡ πρώτη ἄνοιξε τήν εἴσοδο στήν ἁμαρτία, αὐτή ἐδῶ ὑπηρέτησε τήν εἴσοδο τῆς δικαιοσύνης. Ἐκείνη δέχτηκε τή συμβουλή τοῦ φιδιοῦ, αὐτή μᾶς ἔδωσε τόν ἀναιρέτη τοῦ φιδιοῦ καί γέννησε τό δημιουργό τοῦ φωτός. Ἐκείνη μᾶς ἔφερε μέ τό δέντρο τήν ἁμαρτία, αὐτή μέ τό ξύλο ἔφερε στή θέση τῆς ἁμαρτίας τό ἀγαθό. Ξύλο ἐννοῶ τό σταυρό. Ὁ καρπός τοῦ ξύλου αὐτοῦ δέ λείπει ποτέ καί γίνεται ζωή ἀμάραντη γι᾿ αὐτούς πού τόν γεύονται. Καί κανένας νά μή νομίζει ὅτι μόνο στό μυστήριο τοῦ Πάσχα ἁρμόζει ἡ εὐχαριστία αὐτή. Ἄς σκεφτεῖ ὅτι τό Πάσχα εἶναι τό τέλος τῆς οἰκονομίας. Καί πῶς θά γινόταν τό πέρας, ἄς δέν εἶχε προηγηθεῖ ἡ ἀρχή; Ποιό εἶναι ἀρχικότερο ἀπό τό ἄλλο; Ἀσφαλῶς ἡ γέννηση ἀπό τήν οἰκονομία τοῦ πάθους.Καί τοῦ Πάσχα λοιπόν οἱ ἔπαινοι εἶναι μέρος τῶν ἐγκωμίων τῆς γέννησης. Κι ἄν ἀριθμήσει κανένας τά εὐεργετήματα ὅσων ἱστοροῦν τά εὐαγγέλια καί διηγηθεῖ τίς θαυματουργικές θεραπεῖες, τή διατροφή χωρίς τά ἀπαιτούμενα τρόφιμα, τήν ἐπιστροφή τῶν νεκρῶν ἀπό τά μνήματα, τήν αὐτοσχέδια παρασκευή τοῦ κρασιοῦ, τήν ἐκδίωξη τῶν δαιμονίων, τήν ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας ἔπειτα ἀπό λογῆς ἀρρώστιες, τίς ἀνορθώσεις τῶν κουτσῶν, τήν ὅραση πού ἦρθε ἀπό τόν πηλό, τά θεῖα διδάγματα, τίς νομοθεσίες, τή μύηση πρός τά ὑψηλότερα μέ τίς παραβολές, ὅλα αὐτά εἶναι δωρεά τῆς σημερινῆς ἡμέρας· γιατί αὐτή ἔγινε ἀρχή στά ἀγαθά πού ἀκολούθησαν. «Ἄς χαροῦμε» λοιπόν «κι ἄς εὐφρανθοῦμε κατά τή διάρκεια αὐτῆς» (Ψαλμ. 43, 17). Ἄς μή φοβηθοῦμε τίς κατηγορίες τῶν ἀνθρώπων καί ἄς μήν νικηθοῦμε ἀπό τήν προσπάθειά τους νά μᾶς ἐξευτελίσουν, ὅπως μᾶς προτρέπει ὁ προφήτης. Αὐτοί χλευάζουν τό λόγο τῆς οἰκονομίας, ὅτι δέν ἁρμόζει νά λάβει ὁ Κύριος σῶμα ἀνθρώπου καί μέ τή γέννηση ν᾿ ἀναμιχθεῖ στή ζωή τῶν ἀνθρώπων, ἀγνοώντας, ὅπως φαίνεται, τό μυστήριο, πῶς δηλαδή οἰκονόμησε τή σωτηρία μας ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ. Πουληθήκαμε ἑκούσια μέ τίς ἁμαρτίες μας καί ὑποδουλωθήκαμε στόν ἐχθρό τῆς ζωῆς μας σάν δοῦλοι ἀγορασμένοι.
Τί παραπάνω ἤθελες νά σοῦ προσφέρει ὁ Κύριος ; Ὄχι τό νά ἐξαιρεθεῖς ἀπό τή συμφορά; Τί λεπτολογεῖς τόν τρόπο; Γιατί θέτεις νόμους στό νομοθέτη, χωρίς ν᾿ ἀντιλαμβάνεσαι τίς εὐεργεσίες του; Εἶναι σάν νά ἀποκρούει κανένας τό γιατρό καί μέμφεται τήν εὐεργετική ἐπέμβασή του, ἐπειδή πραγματοποίησε τή θεραπεία μ᾿ αὐτόν κι ὄχι μέ ἄλλο τρόπο. Ἄν ἐπιζητεῖς ἀπό περιέργεια νά μάθεις τό μέγεθος τῆς οἰκονομίας, σοῦ φτάνει τόσο μόνο, ὅτι τό θεῖο δέν εἶναι ἕνα μόνο ὁρισμένο ἀγαθό, ἀλλά ὅποιο ἀγαθό μποροῦμε νά φανταστοῦμε, ἐκεῖνο εἶναι· δύναμη, δικαιοσύνη, ἀγαθότητα, σοφία, ὅσα ὀνόματα καί νοήματα ἔχουν σημασία κατάλληλη γιά τό θεῖο. Πρόσεξε λοιπόν μήπως δέ συνεργάστηκαν ὅσα εἴπαμε στήν εὐεργεσία πού μᾶς ἔγινε, ἡ ἀγαθότητα, ἡ σοφία, ἡ δύναμη, ἡ δικαιοσύνη. Ὡς ἀγαθός, ἀγάπησε τόν ἀποστάτη· ὡς σοφός, βρῆκε τρόπο νά ἐπανέλθουν οἱ ὑποδουλωμένοι· ὡς δίκαιος, δέν πιέζει αὐτόν πού ὑποδούλωσε τόν ἄνθρωπο καί τόν ἀπόκτησε μέ τό δίκαιο τῆς ἀγορᾶς, ἀλλά ἔδωσε τόν ἑαυτό του ἀντάλλαγμα γιά τούς ὑποδουλωμένους, ὥστε, ἀναλαμβάνοντας σάν κάποιος ἐγγυτής τήν ὀφειλή, νά ἐλευθερώσει τόν κρατούμενο. Ὡς δυνατός πού ἦταν, δέν κρατήθηκε ἀπό τόν Ἅδη οὔτε τό σῶμα του γνώρισε τή φθορά. Οὔτε βέβαια ἦταν δυνατό νά νικηθεῖ ἀπό τή φθορά ὁ ἀρχηγός τῆς ζωῆς. Ἀλλά ἦταν ντροπή νά ἀνεχθεῖ ἀνθρώπινη γέννηση καί νά δεχτεῖ τήν ἐμπειρία τῶν παθημάτων τῆς σάρκας; Μιλᾶς γιά τήν ὑπερβολή τῆς εὐεργεσίας.Πραγματικά, ἐπειδή δέν ἦταν δυνατό νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τόσο μεγάλα δεινά τό ἀνθρώπινο γένος, δέχτηκε ὁ βασιλεύς ὅλης τῆς ἀπαθοῦς φύσης ν᾿ ἀνταλλάξει τήν ἴδια του δόξα μέ τή δική μας ζωή. Ἔτσι ἡ καθαρότητα μπαίνει μέσα στό δικό μας ρύπο, ἐνῶ ὁ ρύπος δέν ἀγγίζει τήν καθαρότητα, ὅπως λέει τό Εὐαγγέλιο, ὅτι «τό φῶς ἔλαμψε μέσα στό σκοτάδι καί τό σκοτάδι δέν τό κατανίκησε» (Ἰω. 1, 5). Ὁ ζόφος ἀφανίζεται μέ τήν παρουσία τοῦ φωτός, ὁ ἥλιος δέν μαυρίζει ἀπό τό ζόφο. Τή θνητότητα τήν καταπίνει ἡ ζωή, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος (Β´ Κορ. 5, 4), δέν ἐξαντλεῖται ἡ ζωή μέ τό θάνατο. Ὅ,τι ἔχει καταφθαρεῖ σώζεται μαζί μέ τό ἄφθαρτο. Ἡ φθορά δέν ἐπηρεάζει τήν ἀφθαρσία. Γι᾿ αὐτό γίνεται κοινός ὁ ὕμνος ὅλης τῆς κτίσης, καθώς ἀναπέμπουν ὅλοι σύμφωνη δοξολογία στό Δεσπότη τῆς κτίσης. Κάθε στόμα ἐπουράνιων καί ἐπίγειων καί ὑπόγειων φωνάζει ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἶναι γιά νά δοξάζεται ὁ Θεός Πατέρας καί πρέπει νά εὐλογεῖται στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Οἱ Ἅγιοι Πατέρες γιά τήν ὁμοφυλοφιλία καί τήν ἐν Χριστῷ θεραπεία της. Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Φωτόπουλος.


Ἔχοντας ὑπομείνει τή δυσωδία τῶν φρικτῶν συγγραφέων πού παρατίθενται στό βιβλίο «Ἕλξη καί πάθος» εἶναι, φρονῶ, ἀναγκαῖο νά παραθέσουμε τή διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων σχετικά μέ τή μανία τῆς ὁμοφυλοφιλίας. Βέβαια λίγα πράγματα ἀναφέρουν σχετικῶς οἱ Πατέρες ἀκολουθώντας τόν Ἀπόστολο πού γράφει «τά γάρ κρυφῇ ὑπ΄αὐτῶν γινόμενα αἰσχρόν ἐστί καί λέγειν».   Ὡς βάση θά χρησιμοποιήσουμε τήν προαναφερθεῖσα ἑρμηνεία τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή.  Πάνω στόν καμβᾶ αὐτόν θά συμπληρώσουμε καί ψηφίδες ἀπό τή διδασκαλία καί ἄλλων Πατέρων.

Ι.  Ὁ Θεός ἔθεσε ὅρια ἀπαράβατα  στήν ἐρωτική ἐπιθυμία.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης θεωρεῖ τήν ὁμοφυλοφιλία, «τήν κατά τῶν ἀρρένων μανία», ὡς τό πλέον «ἄτιμο» πάθος, πού ἀποτελεῖ «ὕβριν» κατά τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως  Αὐτό ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι εἶναι «παρά φύσιν».  Κάνει γι΄ αὐτό μία διάκριση.  Ἄν καί εἶναι πεσμένη ἡ ἀνθρώπινη φύση, στή φθορά στήν ἁμαρτία καί στό θάνατο ὑπάρχουν καί παραμένουν «ὅρια» στήν ἐρωτική ἐπιθυμία καί τίς σχέσεις ἀνδρός καί γυναικός. 
Ὑπάρχει ἕνας νόμος φυσικός στόν ὁποῖο ὑπόκεινται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καί παράλληλα ἕνας νόμος πνευματικός γιά τούς πιστούς. Ὁ φυσικός νόμος εἶναι ὁ νόμος πού εἶναι γραμμένος στή συνείδηση κάθε ἀνθρώπου. Σ’αὐτόν τόν νόμο τόν φυσικό ὑπάγεται καί αὐτό πού λέει ὁ Ἀπ. Παῦλος ἡ «φυσική χρῆσις» τοῦ ἄνδρα ἀπό τή γυναῖκα καί τῆς γυναίκας ἀπό τόν ἄνδρα. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀνεξαιρέτως γνωρίζουν χωρίς πολλές ἐξηγήσεις ποιά εἶναι καί πῶς πραγματώνεται ἡ «φυσική χρήση», ἡ ἕνωση ἀνδρός καί γυναικός. Εἶναι δέ φυσική γιατί μέ τόν τρόπο αὐτό ὑπάρχουν οἱ προδιαγραφές γιά νά ἐκπληρωθεῖ ἡ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἔστω κι ἄν τό ἀγνοεῖ ὁ ἄνθρωπος : α)  ἑνώνονται ὁ ἄνδρας μέ τή γυναῖκα(«καταλείψει ἄνθρωπος τόν πατέρα αὐτοῦ καί τήν μητέρα καί προσκολληθήσεται πρός τήν γυναῖκα αὐτοῦ καί ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν»Γεν. 2, 24) καί β) σπείρεται καί γεννᾶται ἡ ἀνθρώπινη ζωή( «αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε»Γεν. 1,28)  
Τί συμβαίνει μέ τούς ὁμοφυλόφιλους; Λέει  ὁ Ἀπόστολος ὅτι οἱ ὁμοφυλόφιλες γυναῖκες «μετήλλαξαν τήν φυσικήν χρῆσιν» (ἐνν. τοῦ ἄνδρα) καί οἱ ὁμοφυλόφιλοι ἄνδρες  ἄφησαν «τήν φυσικήν χρῆσιν τῆς θηλείας». Παίρνοντας ὁ ἱ. Χρυσόστομος παράδειγμα ἀπό τίς πόρνες  γράφει ὅτι ἄν καί εἶναι παράνομη ἡ μῖξις τους μέ τούς ἄνδρες εἶναι ὅμως «κατά φύσιν».  Παραβιάζουν τόν νόμο τοῦ Θεοῦ πού ζητεῖ ἀπό τόν ἄνθρωπο τήν παρθενία ἤ τήν συζυγία ἀλλά μένουν στά ὅρια τοῦ φυσικοῦ νόμου.  Ἀντίθετα οἱ ὁμοφυλόφιλοι παραβαίνουν καί τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ὅπως διδάσκεται στήν Παλαιά καί τήν Κ. Διαθήκη,  ἀλλά καί τόν φυσικό νόμο.  Γι΄ αὐτό καί ἡ ἁμαρτία τους, «τοσοῦτον πορνείας χείρων ἐστίν, ὅσον οὐδέ ἔστιν εἰπεῖν» δηλ. εἶναι ἡ ἁμαρτία τους τόσο χειρότερη ἀπό τήν πορνεία ὅσο δέν μπορεῖ νά περιγραφεῖ.  Τά ἴδια λέει καί ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας. «Οἱ τῶν Σοδόμων οἰκήτορες» ἦσαν «εἰς τάς παρά φύσιν ἡδονάς ἀγρίως ἐξοιστρούμενοι καί ἀτιμάζοντες τόν συνόδου νόμον» (Περί τῆς ἐν Πνεύματι καί ἀληθείᾳ προσκυνήσεως» Λόγος Α΄). «Νόμον συνόδου» ἀποκαλεῖ τή νόμιμη, κατά φύσιν συνεύρεση ἀνδρός καί γυναικός[1].    

ΙΙ. Ὑπάρχει κατά κυριολεξίαν ἔρωτας καί ἐπιθυμία σ΄την ὁμοφυλοφιλική σχέση;

Τί εἴδους ἔρωτας εἶναι ὁ ὁμοφυλόφιλος ἔρωτας; Ὁ ἅγιος Πατήρ μᾶς ἀφήνει ἔκπληκτους.  Δέν ὑπάρχει ἔρωτας!  Γράφει συγκεκριμένα :
Οὐ γάρ εἶπε, ὅτι ἠράσθησαν καί ἐπεθύμησαν ἀλλήλων, ἀλλ΄ἐξεκαύθησαν ἐν τῇ ὀρέξει αὐτῶν εἰς ἀλλήλους, ἀλλ΄ ἐξεκαύθησαν ἐν τῇ ὀρέξει αὐτῶν εἰς ἀλλήλους.
Μετάφραση : Δέν εἶπε [ὁ ἀπόστολος] ὅτι ἐρωτεύθηκαν καί ἐπεθύμησαν ὁ ἕνας τῶν ἄλλο, ἀλλά κάηκαν ἀπό τήν ὄρεξη μεταξύ τους. 
Τό νόημα εἶναι ὅτι δέν ὑπάρχει ἀληθινός ἔρωτας, δηλ. φυσικός, ἔστω παράνομος,  πού ἑνώνει τούς ὁμοφυλόφιλους, ἀλλά μιά ἐπιθυμία ἄλογη πού τούς κατακαίει.   Εἶναι μιά ὑπερβολική καί ἀλλόκοτη ἐπιθυμία πού δέν ἀνέχεται νά μένει στά ὅρια, τά ὁποῖα χάραξε ὁ Θεός μέσα στήν ἀνθρώπινη συνείδηση(«οὐκ ἀνασχομένη εἴσω τῶν οἰκείων μένειν ὅρων»).  Ὅταν κάποιος ξεπεράσει τούς νόμους πού ὅρισε ὁ Θεός ἐπιθυμεῖ πράγματα ἀλλόκοτα, λέει ὁ Ἅγιος. Ἑρμηνεύοντας τή φράση «τήν ἀσχημοσύνην κατεργαζόμενοι» τονίζει ὅτι ὁ ἀπόστολος «οὐκ εἶπεν ἐπιθυμίαν, ἀλλ΄ἀσχημοσύνην κυρίως».  Μοιάζει σάν νά ἀρνεῖται νά δώσει στήν ὁμοφυλοφιλία ἀκόμη καί τό χαρακτήρα τῆς κατ΄ἐξοχήν ἐπιθυμίας, ὅπως τήν ἐννοοῦμε σέ κάθε ἄλλη περίπτωση.

ΙΙΙ. Τί εἶναι ἡ ὁμοφυλοφιλία;

 Η ἀληθινή της  ὀνομασία καί τό οὐσιαστικό της περιεχόμενο  εἶναι «μανία», πού σημαίνει τρέλλα. Ἔτσι τήν ὀνομάζει ὁ Ἱ. Χρυσόστομος ἀλλά καί «ἀλλόκοτη λύσσα».  Γιατί αὐτό; Διότι, ὅπως γράφει, «θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι στίς παρά φύσιν σχέσεις δέν ὑπάρχει ἡδονή, γιατί γνήσια ἡδονή εἶναι ἡ φυσική («ἡ γάρ γνησία ἠδονή ἡ κατά φύσιν ἐστίν»).  Ὁμοίως κατά τόν ἅγιο Κύριλλο οἱ Σοδομῖτες ἦσαν «εἰς ἀσέλγειαν ἀχαλίνως ἐκλελυττηκότες» δηλ. εἶχαν ἀχαλίνωτη λύσσα γιά τήν ἀσέλγεια. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης  κι αὐτός «ἐμπαθῆ» καί «κατά τῶν ἀρρένων λύσσα» ὀνομάζει τήν ὁμοφυλοφιλία. 
Ἡ λέξη «μανία», παρμένος ἀπό τήν ἀρχαιοελληνική γλῶσσα καί ἐμπειρία εἶναι σήμερα ὅρος πού περιγράφει ψυχιατρική νόσο. Στά χαρακτηριστικά τῆς μανίας περιλαμβάνεται καί ἡ ἀχαλίνωτη ἐρωτική δραστηριότητα! Μήπως καί ἡ Ἀμερικανική Ψυχιατρική ἐταιρεία, δέν εἶχε μέχρι τό 1973 χαρακτηρίσει τήν ὁμοφυλοφιλία διανοητική διαταραχή; 
Παρεκβαίνοντας ἀπό τό κυρίως θέμα τοῦ κειμένου μας -ἡ σχετική μέ τήν ομοφυλοφιλία διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων -  θέλαμε νά ποῦμε ὅτι προκειμένου νά βγῆ ἡ ὁμοφυλοφιλία ἀπό τόν DSM, τόν κατάλογο τῆς Ἀμερικανικῆς Ψυχολογικῆς Ἑταιρείας πού περιλαμβάνει τίς ποικίλες ψυχολογικές διαταραχές, ασκήθηκαν ποικιλόμορφη βία, ἐκφοβισμοί καί σατανικές μεθοδεῖες ἐκ μέρους ὀργανωμένων ὁμάδων «ακτιβιστῶν»,  αὐτῶν τῶν φασιστικῶν φρουρῶν τὴς Ν. Εποχῆς.[2] Αὐτά ἀποκρύπτονται ἀπό τόν π. Βασίλειο, ἄν καί εμφανίζει κάποιες διαφωνίες ψυχολόγων και ψυχιάτρων. Ἄν καί οἱ ψυχίατροι καί οἱ ψυχολόγοι ἔθεταν σέ διαφορετική ἀπό τόν ἱ. Χρυσόστομο βάση τή διαταραχή τῆς ὁμοφυλοφιλίας, ἀντιλαμβάνονταν καί αὐτοί ὅτι ʺκάτι δέν πάει καλά ʺ μέ τήν ψυχική κατάσταση τῶν ὁμοφυλοφίλων.  Ἴσως ἀπενοχοποιοῦσαν τήν ὁμοφυλοφιλική πράξη τους λόγῳ τοῦ «ψυχισμοῦ» τῶν ὁμοφυλοφίλων !  Ἀντιθέτως ἠ ἁγία μας Ἐκκλησία τήν θεωρεῖ πάθος τῆς ψυχῆς, ἐπισημαίνει τήν εὐθύνη τῶν ὁμοφυλοφίλων καί ἐπιζητεῖ τήν ἐν Χριστῷ θεραπεία τους. 
Σήμερα ἡ Ν. Ἐποχή ( τό βιβλίο «Ἕλξη καί Πάθος» εἶναι συντονισμένο στό πνεῦμα της) ἔχει κάνει... πρόοδο!  Μέ βάση τό δόγμα τοῦ «σεξουαλικοῦ προσανατολισμοῦ» οἱ ὁμοφυλόφιλοι εἶναι ψυχικῶς ὑγιεῖς, ενῷ ὅσοι ἀντιστέκονται στίς «παρελάσεις ὁμοφυλόφιλης ὑπερηφάνειας» καί στήν προπαγάνδα τῆς ὁμοφυλοφιλίας πάσχουν ἀπό ...ὁμοφοβία!
Σέ τί ὀφείλεται ἡ ἁμαρτία τῆς ὁμοφυλοφιλίας;
 Στήν ὑπερβολική καλοπέραση καί τήν ἄρνηση τοῦ Θεοῦ. (« Ἀπό τρυφῆς, ἀπό τοῦ μή εἰδέναι τόν Θεόν») γράφει ὁ Ἁγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος.  Ὁ Μ. Βασίλειος γράφει : «Παρά τῶν μεθυόντων αἱ τῆς φύσεως ἐναλλαγαί, ἐν ἄρρενι μέν τό θῆλυ, ἐν δέ τῷ θήλει τό ἄρρεν ἐπιζητούντων».  Ὅταν χαθεῖ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, αὐτή ἡ «ἄγκυρα», ὅπως τόν ὀνομάζει,   «ὅταν ἀποστῶμεν τῶν ἐπιταγμάτων τοῦ Θεοῦ», τότε ἀκολουθεῖ ἡ «ἐγκατάλειψις τοῦ Θεοῦ» καί εἰσέρχονται ὅλες οἱ οἱ  ἐπιθυμίες καί βέβαια ἡ «ἐπίτασις τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας» .  Τό «σατανικόν δόγμα» τῆς ἀρνήσεως τοῦ Θεοῦ ἀκολουθεῖ «βίος διαβολικός».
Γιατί ὅμως ὁ διάβολος σπρώχνει τόν ἀπρόσεκτο ἄνθρωπο καί σήμερα μαζικά στήν ὁμοφυλοφιλία;
Ἐπειδή γάρ εἶδεν ὁ διάβολος ὅτι αὕτη μάλιστα συνάγει τά γένη  ἡ ἐπιθυμία, τόν δεσμόν ἐσπούδασε διακόψαι, ὥστε οὐ τῷ μή σπείρεσθαι μόνον κατά νόμον τό γένος διαλῦσαι, ἀλλά καί τῷ πρός ἀλλήλους ἐκπεπολεμῶσθαι καί στασιάζειν.
Μετάφραση : Ἐπειδή εἶδε ὁ διάβολος ὅτι ἡ φυσική ἐρωτική ἐπιθυμία ἑνώνει τἀ δύο φύλα,  ἔκανε τό πᾶν γιά νά κόψει αύτόν τόν δεσμό ἀνδρός καί γυναικός, ὥστε ὄχι μόνο νά μή γεννιῶνται παιδιά καί νά διαλυθεῖ τό άνθρώπινο γένος, ἀλλά καί νά βρίσκονται μεταξύ τους σέ πόλεμο καί διαρκεῖς ἔριδες.

IV.  Ἡ ὀρθόδοξη ἐν Χριστῷ θεραπεία τοῦ πάθους.

Ὑπάρχει θεραπεία στό ὁμοφυλοφιλικό πάθος;  Ὁ ἱ. Χρυσόστομος γιά λόγους ποιμαντικούς τό ἐμφανίζει ἀσυγχώρητο, ἀκριβῶς γιά νά δείξει τό βάρος τοῦ ἁμαρτήματος καί τόν κόπο πού πρέπει νά καταβάλει ὁ μετανοῶν. Γράφει ὅτι ὁ «Θεός ἔθεσε τήν κατά φυσιν ηδονή[στούς ἀνθρώπους] τήν ὁποία μποροῦσαν ἐλεύθερα ὅλο νά ἀπολαμβάνουν μέ χαρά καί ἀπαλλαγμένοι ἀπό ντροπή, ἀλλά οἱ ὀμοφυλόφιλοι δέν θέλησαν.  Γι΄ αὐτό στεροῦνται κάθε συγγνώμη γιατί ἐξευτέλισαν τήν φύση τους».
Μέ τούς σκληρούς αὐτούς λόγους ἑτοιμάζει τούς μετανοοῦντες ὁμοφυλόφιλους γιά τά μεγάλα ἐπιτίμια πού ἐπιβάλλουν οἱ Ἱ. Κανόνες.  Πρόκειται γιά Κανόνες τοῦ Μ. Βασιλείου καί τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, τούς ὁποίους ἡ Ἁγία μας Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία περιέβαλε μέ οἰκουμενικό κῦρος στήν Πενθέκτη Οἰκουμ. Σύνοδο : 
Ὁ Μ. Βασίλειος γράφει : «Ὁ τήν ἀσχημοσύνην ἐν τοῖς ἄρρεσιν ἐπιδεικνύμενος, τῷ χρόνῳ τοῦ ἐν τῇ μοιχείᾳ παρανομοῦντος οἰκονομηθήσεται (ΚΑΝΩΝ ΞΒ΄).
Μετάφραση : Ὅποιος ἀσχημονεῖ ἐρωτικά μέ ἄνδρες πρέπει νά δεχθεῖ τό ἐπιτίμιο αὐτοῦ ὁ ὁποῖος μοιχεύει.
Τό ἐπιτίμιο τοῦ μοιχοῦ σύμφωνα μέ τόν ΝΗ΄Κανόνα τοῦ Μ. Β.  εἶναι 15 χρόνια. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἀπό τή στιγμή πού μετανοεῖ ὁ μοιχός καί ὁ ὁμοφυλόφιλος καί παύει τήν ἁμαρτία, πρέπει νά περάσουν 15 χρόνια μέ ἀληθινή μετάνοια, μέ δάκρυα μέ νηστεία, ἄσκηση τῶν ἀρετῶν καί ὕστερα νά ἀξιωθεῖ τῆς θείας Μεταλήψεως. Μεγάλο τό ἐπιτίμιο καί βαρύ.  Εἶναι ὅμως ἀξιοπρόσεκτο ὅτι ὁ ἅγιος Βασίλειος χρησιμοποιεῖ  τό ρῆμα «οἰκονομῶ».  Μέ τό ἐπιτίμιο αὐτό «οἰκονομεῖται» ὁ ἁμαρτήσας. Δέν τιμωρεῖται. Εἰσέρχεται στήν «οἰκονομία», στό σχεδιασμό τῶν ἁγίων Πατέρων, τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας  γιά τή σωτηρία του. Ἄς προσέξουμε καί τά στάδια τῆς μετανοίας, ὅπως τά ζητεῖ ὁ Μ. Βασίλειος καί ὅπως αὐτά εἶχαν διαμορφωθεῖ ἤδη ἀπό τήν ἀρχαία Ἐκκλησία :
Ἐν δ΄ μέν ἔτεσι προσκλαίων ἔσται, ἐν ε΄ δέ ἀκροώμενος, ἐν τέσσαρσιν ὑποπίπτων, ἐν δυσί συνεστώς ἄνευ Κοινωνίας
Μετάφραση : Γιά τέσσερα χρόνια[ὁ μοιχός καί ὁ ἀρσενοκοίτης] θά προσκλαίει, πέντε χρόνια θά ἀκροᾶται τή Θ. Λειτουργία, τέσσερα θά μένει γονατιστός καί ἄλλα δύο χρόνια θά στέκεται μαζί μέ τούς πιστούς χωρίς ὅμως νά μετέχει στή Θ. Κοινωνία.(σύνολο 15 χρόνια)[3]
Βλέπουμε μέ πόση ἀκρίβεια, μέ πόση ἀληθινή ἀγάπη καί αἴσθημα εὐθύνης οἱ Ἅγιοι Πατέρες «κανονίζουν» τούς μετανοοῦντες, ὥστε νά ἐπανέλθουν χωρίς πισωγυρίσματα στήν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας.
Δέν παύουν ὅμως νά εἶναι μεγάλα τά ἐπιτίμια προπάντων γιά τούς ἀδυνάτους καί ὀλιγοπίστους.  Γι’αὐτό «συντέμνει» ἡ Ἐκκλησία μας τά ἐπιτίμια. Ἔτσι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Νηστευτής ζητεῖ 3 χρόνια αὐστηρῆς ἀσκήσεως καί νηστείας γιά νά ἀξιωθεῖ ὁ μετανοῶν ὁμοφυλόφιλος τῆςΘ. Κοινωνίας.
Τά πολύ αὐστηρά ἐπιτίμια τοῦ Μ. Βασιλείου καί τοῦ ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης εἶναι ἕνας δείκτης τῆς φοβερῆς ζημιᾶς πού γίνεται στήν ψυχή ἀπό τίς βαρειές σαρκικές ἁμαρτίες.  Πάντοτε ὅμως τά ἐπιτίμια στήν ποιμαντική πράξη μικραίνουν καί συρρικνώνονται σύμφωνα μέ τόν ΡΒ΄(102) Κανόνα τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμ. Συνόδου, ὁ ὁποῖος προβλέπει τή χρήση οἰκονομίας ἀπό τόν Πνευματικό, σύμφωνα μέ τή μετάνοια πού ἐπιδεικνύει ὁ ἁμαρτάνων, σύμφωνα μέ τίς ἀντοχές του, μέ τίς συνθῆκες πού διαπράχθηκε ἡ ἁμαρτία κλπ. Σκοπός τῶν ἐπιτιμίων εἶναι ἡ θεραπεία, ἡ ἀποκατάσταση τῆς πνευματικῆς ὑγείας τοῦ Χριστιανοῦ, ὄχι ἡ ἐξουθένωση ἤ ἐξόντωσή του.  Ἡ ὑπερβολική καί ἀφιλάνθρωπη αὐστηρότητα καί τό ἀντίθετό της, ἡ χαλαρή ἀντιμετώπιση τῆς ἁμαρτίας καί ἡ ἀμνήστευσή της ἀφήνει ἀθεράπευτο τόν ἁμαρτάνοντα καί τοῦ στερεῖ τή Χάρη τοῦ Χριστοῦ.
Γιά νά ποῦμε τά πράγματα μέ τό ὄνομά τους, σχετικά μέ τήν σήμερα ἐφαρμοζόμενη οἰκονομία, αὐτό πού ζητεῖται εἶναι ἡ ἀπόφαση ἀποχῆς ἀπό τήν μανία τῆς ὁμοφυλοφιλίας, ἡ διαρκής μετάνοια καί προσπάθεια ἀποφυγῆς τῆς ἁμαρτίας καί ἕνα εὔλογο διάστημα ἀποχῆς, ρυθμιζόμενο ἀπό τόν πνευματικό Πατέρα κατά περίπτωση, πού νά ἀποδεικνύει τήν εἰλικρινῆ διάθεση ἀλλαγῆς καί ἐπιστροφῆς στήν καθαρότητα καί στήν κοινωνία μέ τόν Χριστό.
Δυστυχῶς μέσα ἀπό τό βιβλίο Ἕλξη καί πάθος  γίνεται προσπάθεια νά ἀμνηστευθεῖ τό πάθος τῆς ὁμοφυλοφιλίας, Οἱ τοποθετήσεις ὀρθοδόξων ἱερέων πού συνιστοῦν νἀ ἐπιτρέπεται ἀνεμπόδιστα ἡ Κοινωνία τῶν Ἀχραντων Μυστηρίων στούς ὁμοφυλόφιλους συνιστοῦν μεγάλη ἀποστασία ἀπό τή διδασκαλία τῶν θείων Γραφῶν, πού ἀπαιτοῦν συνεχῆ ἔλεγχο τῆς συνειδήσεώς μας  γιά νά προσερχώμεθα στήν Θ. Εὐχαριστία.  Αποτελοῦν ἐπίσης ἀθέτηση καί περιφρόνηση τῶν ἁγίων Πατέρων πού ἐκφράζουν αὐθεντικά καί ἁγιοπνευματικά τό φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας. Πρόκειται γιά ἐπιπόλαιους αὐτοσχεδιασμούς πού κολακεύουν τό σαρκικό φρόνημα ἀλλά στεροῦν τή δυνατότητα ἀληθινῆς μετανοίας στούς ὁμοφυλοφίλους.
Δύο παραδείγματα ἀπό τό βιβλίο : α ) ὁ ὁρθόδοξος ἱερεύς Θωμᾶς Hopko γράφει : «Ἄν παραμένουν σέ ἐφάμαρτες συμπεριφορές [οἱ ὁμοφυλόφιλοι] ἀλλά μετανοοῦν εἰλικρινά, μποροῦν νά γίνουν δεκτοί στήν Θεία Κοινωνία μέ τή διαβεβαίωση τῆς συγχώρησης καί ἐλέους τοῦ Κυρίου» (σ. 647)
β) τό ἱερατικό ζεῦγος π. Ἰωάννου καί Λύν Μπρέκ ἐρωτᾶ : «Εἶναι ἡ ὁμοφυλοφιλία, ἰδιαίτερα ὅταν ἐκφράζεται μέ ἕνα σταθερό ζεῦγος πού ἔχουν δεσμευθεῖ ὁ ἕνας στόν ἄλλο, μιά ἀρκετά σοβαρή ἁμαρτία-ἤ μέ τόσο καταστρεπτική ἐπιρροή στήν ἐνοριακή ζωή-ὥστε νά δικαιολογεῖ νά τούς ἀφορίσουμε; ... Ἀναγνωρίζουμε ὅτι τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου προσφέρεται ʺεἰς ἴασιν ψυχῆς καί σώματος ʺ.  Ποιά πρέπει, πράγματι, νά εἶναι ἡ σωστή ποιμαντική προσέγγιση στά ὁμόφυλα ζευγάρια πού μετέχουν στήν ἐνοριακή ζωή; «(σ. 647).
Θεωρῶ δικαιολογημένους τούς δύο ἀλλόγλωσσους ὀρθοδόξους ἱερεῖς, τά διαβάσματα τῶν  ὁποίων, ὅπως καί τῶν περισσοτέρων ξένων ὀρθοδόξων θεολόγων καί ἱερέων, κατά πᾶσαν πιθανότητα, περιορίζονται στή μελέτη οἰκουμενιστικῶν, μοντέρνων θεολόγων καί λειτουργιολόγων.  Γνωρίζουν οἱ πατέρες αὐτοί, ὁ π. Θ. Hopko καί ὁ π. Ἰωάννης Breck τή σχετική διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων καί τούς συναφεῖς ἱερούς Κανόνες; Ἀν τή γνωρίζουν εἶναι θλιβερό γιά τήν ἁγία μας Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νά ὑπάρχουν ἱερεῖς της, οἱ ὁποῖοι, ἐξ ὅσων γράφουν, μοιάζουν νά λένε μέσα τους : « Καλά, καί τί εἶναι ὁ Μ. Βασίλειος; Ἐδῶ ἔχουμε τήν ἐπιστήμη τῆς Ψυχολογίας, ἔχουμε τούς καθηγητές ἑρμηνείας τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἔχουμε καινούργιες πολιτισμικές καί κοινωνικές συνθῆκες». 
Ἡ ρηχότητα στήν ἀντιμετώπιση τῆς ὁμοφυλοφιλίας ἀπό τό ζεῦγος Breck φαίνεται ἀπό τό ρητορικό τους ἐρώτημα ἄν ἡ παρουσία ἑνός ὁμοφυλοφιλικοῦ «ζεύγους» στήν ἐνοριακή ζωή  ἔχει « τόσο καταστρεπτική ἐπιρροή»! Μά ποῦ ζοῦν αὐτοί οἱ ἄνθρωποι;  Δέν ἀντιλαμβάνονται τό φοβερό τραῦμα πού προκαλεῖ ἡ ἀποδοχή τῆς παρουσίας αὐτοῦ τοῦ «ζεύγους» στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ; τό μάθημα ἀποστασίας ἀπό τό Χριστό πού δίνει ἡ εἰκόνα δυό ἐρωτευμένων ἀνδρῶν ἤ γυναικῶν πού μπαίνουν καί βγαίνουν χεράκι-χεράκι  ἀπό τήν ἐκκλησία;

V. Ἐπίλογος καί ἀπαραίτητες ἐξηγήσεις

Δέν θά ἤθελα νά συνεχίσω τήν ἐνασχόληση μέ τό βιβλίο «Ἕλξη καί πάθος».  Ἄν νομίζει κάποιος ὅτι ἡ κριτική μας γίνεται ἀπό λόγους ἐμπαθείας, ὅτι ἔχω κάποια προσωπική διαφορά μέ τόν π. Βασίλειο, τόν διαβεβαιώνω ὅτι αὐτό δέν ἀληθεύει.  Ὁ π. Βασίλειος δέν μέ ἔχει βλάψει σέ τίποτα προσωπικά, οὔτε κι ἐγώ θέλω νά τόν βλάψω σέ κάτι.   Ἡ κατά καιρούς κριτική μου σέ κάποια ἄρθρα καί βιβλία του  γίνεται ἐπειδή φρονῶ, καί ὄχι μόνο ἐγώ, ὅτι οἱ ἰδέες του, τίς ὁποῖες προσπαθεῖ νά διαχύσει στό πανελλήνιο ἀντιβαίνουν στήν Ἀλήθεια καί τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
Αὐτό τό τελευταῖο του βιβλίο θεωρῶ ὅτι ἀποτελεῖ μιά ἄσχημη καί ἀποτρόπαιη κηλίδα στά θεολογικά καί  ἀκαδημαϊκά μας γράμματα.  Ἡ κριτική του διάθεση στόν Ἀπ. Παῦλο, ὁ ὁποῖος, κατά τόν π. Βασίλειο, αγνοεῖ τί σημαίνει σεξουαλικός προσανατολισμός,  ἡ φανερή περιφρόνηση τῶν ἁγίων Πατέρων καί τῶν συγχρόνων κληρικῶν, τῶν ὁποίων (κληρικῶν) τά κειμενα χαρακτηρίζει ὡς «χαμηλοῦ ἐπιπέδου»,  ὁ ἐναγκαλισμός «μετά αἰδοῦς καί εὐλαβείας» ὅλων τῶν ἀνοήτων, βλασφήμων καί αὐθαιρέτων ἰδεῶν τῶν ὁμοφυλόφυλων καί λεσβιῶν «καθηγητῶν», ἡ ἀποσιώπηση τῶν ψυχολογικῶν προβλημάτων καί τῶν ἄλλων προβλημάτων ὑγείας τῶν ὁμοφυλοφίλων,  ἡ ἐπιλεκτική παράθεση τῶν ἀπόψεων τῶν φιλοσόφων καί ψυχολόγων γιά τήν ὁμοφυλοφιλία, τό φανερό ψεῦδος γιά τήν... ἀφοσίωση τῶν ὁμοφυλόφιλων «ζευγαριῶν» καθιστοῦν τό βιβλίο, ἴσως ὄχι σκόπιμα, ἐργαλεῖο τῶν νεοεποχητῶν γιά τήν προώθηση τῆς ὁμοφυλοφιλίας.
Θά ἤθελα σέ παράρτημα νά παραθέσω α) γιά ὅσους τόν ἀγνοοῦν, τόν Μῦθο τοῦ Αἰσώπου Ζεύς καί Αἰσχύνη, γιά νά γίνει γνωστό πῶς θεωροῦσε τήν ὁμοφυλοφιλία  ὁ ἁπλός λαός στήν ἑλληνική ἀρχαιότητα καί β) ἕνα διασωθέν ἀπόσπασμα ἀπό ἐπιστολή τοῦ Ἁγίου Νείλου τοῦ Σιναΐτου σέ κάποιον Μαρτύριον Βίνδικον, μέ τό ὁποῖο ὁ Ὅσιος δίνει τήν ἐλπίδα τῆς ἰάσεως τοῦ πάθους γιά ὅλα τά σαρκικά ἁμαρτήματα.

Ζεύς καί Αἰσχύνη

Ζεὺς πλάσας τοὺς ἀνθρώπους τὰς μὲν ἄλλας διαθέσεις αὐτοῖς ἐνέθηκε, μόνην δ᾿ ἐνθεῖναι τὴν αἰσχύνην ἐπελάθετο. Διὸ καὶ μὴ ἔχων πόθεν [ἂν] αὐτὴν εἰσαγάγῃ, διὰ τοῦ ἀρχοῦ αὐτὴν εἰσελθεῖν ἐκέλευσεν. Ἡ δὲ τὸ μὲν πρῶτον ἀντέλεγεν ἀναξιοπαθοῦσα. Ἐπεὶ δὲ σφόδρα αὐτῇ ἐνέκειτο, ἔφη· Ἀλλ᾿ ἔγωγε ἐπὶ ταύταις εἰσέρχομαι ταῖς ὁμολογίαις ὡς Ἔρως μή εἰσελεύσεται· ἂν δ᾿ εἰσέλθῃ, αὐτὴ ἐξελεύσομαι παραυτίκα. Ἀπὸ δὴ τούτου συνέβη πάντας τοὺς πόρνους ἀναισχύντους εἶναι. Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι τοὺς ὑπ᾿ ἔρωτος κατεχομένους ἀναισχύντους εἶναι συμβαίνει.

Μετάφραση

Ὅταν ὁ Δίας ἔπλασε τούς ἀνθρώπους, ἔβαλε μέσα τους ὅλες τίς ψυχικές διαθέσεις. Ξέχασε μόνο νά βάλει μέσα τους τήν ντροπή καί μή ἔχοντας ἀπό ποῦ νά τήν βάλει μέσα, τή διέταξε νά μπεῖ ἀπό τόν πρωκτό. Ἡ ντροπή στήν ἀρχή ἀντιδροῦσε καί ἔλεγε ὅτι αὐτό εἶναι ἄδικο.  Ἐπειδή ὅμως ὁ Δίας τά ἀπαιτοῦσε μέ σφοδρότητα τοῦ εἶπε : «Θά μπῶ, τί νά κάνω, ἀλλά μ΄αὐτή τή συμφωνία, ὅτι δέν θά μπεῖ ἀπό ἐκεῖ γεννητικό ὄργανο.  Ἄν μπεῖ, ἐγώ θά φύγω ἀμέσως».
Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ συμβαίνει ὅλοι οἱ ὁμοφυλόφιλοι νά εἶναι ἀναίσχυντοι.

Ἁγίου Νείλου τοῦ Σιναΐτου
Μαρτυρίῳ  Βίνδικι
(Μήνυμα ἐλπίδας)

Πᾶν εἶδος ἀκαθαρσίας, οἷον πορνεία, μοιχεία, ἀσέλγεια καί ἀρσενοκοιτία καί τά ὅμοια τούτοις χειμών προσονομάζονται παρά τῷ Σολομῶντι.  Ἐπειδή οὖν πάντες οἱ ἐκ μεταμελείας τῷ ὀρθῷ χρησάμενοι λογισμῷ ἀπαλλάττονται τῶν τοιούτων ἀμπλακημάτων καί μετά τοῦτο ἐρασμίως προσέχουσι τοῖς σωφρονικοῖς λόγοις, διά τοῦτο γέγραπται, ὅτι περ ʺὁ χειμών παρῆλθε, φωνή τρυγόνος ἠκούσθη ἒν τῇ γῇ ἡμῶνʺ τήν  γάρ σωφροσύνην ἡ τρυγών κατασημαίνει.

Μετάφραση

Κάθε εἶδος ἀκαθαρσίας, δηλαδή ἡ πορνεία, ἡ μοιχεία, ἡ ἀσέλγεια, ἡ ἀρσενοκοιτία καί τά παρόμοια, «χειμώνας» ὀνομάζονται ἀπό τόν Σολομῶντα.  Ἐπειδή λοιπόν ὅλοι ὅσοι  μέ  τήν μεταμέλεια καί τή χρήση τοῦ ὀρθοῦ λογισμοῦ ἀπαλλάσσονται ἀπό τέτοια ἁμαρτήματα καί στή συνέχεια  μέ πολύ μεγάλη ἐπιθυμία προσέχουν  τούς λόγους πού διδάσκουν τή σωφροσύνη, γι΄αὐτό ἔχει γραφεῖ ὅτι : ʺὁ χειμώνας πέρασε, ἀκούσθηκε τό κελάηδισμα τῆς τρυγόνας στή γῆ μαςʺ[4].  Καί τοῦτο γιατί ἡ τρυγόνα ὑποδηλώνει τή σωφροσύνη.
Εὔχομαι μέσα ἀπό τήν καρδιά μου ὅσοι κατέχονται ἀπό τό πάθος τῆς ὀμοφυλοφιλίας νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τό δαιμονικό της χειμῶνα, ὅσο κι ἄν τούς τό ἀρνοῦνται οἱ καλοθελητές τῆς Ν. Ἐποχῆς, καί νά ζήσουν μέ τήν ἁγία σωφροσύνη γεμᾶτοι ἀπό ἀγαθούς καί καλούς λογισμούς ἑνωμένοι μέ τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστῷ, ᾦ ἡ δόξα σύν Πατρί καί ἁγίῳ Πνεύματι εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.

[1]  Μπορεῖ κάποιος ἄραγε, μετά ἀπό ὅσα ἀναφέραμε, ὄντας ὀρθόδοξος θεολόγος νά ἀρνηθεῖ τό ἀφύσικο τῆς ὁμοφυλοφιλίας, ὅπως τό θεμελιώνει ὁ Ἀπ. Παῦλος;  Εἴδαμε πώς τό ἀρνεῖται ὁλόκληρο τό βιβλίο «Ἕλξη καί πάθος». Μοῦ ἔκανε ὅμως ἐντύπωση ἡ εὐκολία μέ τήν ὁποία ὁ π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν γράφει ὅτι «τό ζήτημα δέν εἶναι καθόλου ἄν [ἡ ὁμοφυλοφιλία] εἶναι φυσική ἤ ἀφύσικη»(σ. 467), ενῷ ὁ Ἀπόστολος καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι μᾶς διδάσκουν ὅτι αὐτό  ἀκριβῶς εἶναι τό ζήτημα, ὅτι ἀπό ἐκεῖ, ἀπό τήν ἀπείθεια στό φυσικό νόμο τοῦ Θεοῦ πηγάζει ἡ ἁμαρτία τῆς ὁμοφυλοφιλίας. Καταλήγει δέ ὁ Σμέμαν μέ τή...βαθυστόχαστη ἀνοησία ὅτι «τό θέμα εἶναι ἡ ἀποδοχή ἀπό τόν ὁμοφυλόφιλο ...μιᾶς κλήσης γιά ἀκεραιότητα» καί μᾶς πληροφορεῖ ὅτι «ἡ ὁμοφυλοφιλία ἀποτελεῖ ἐκδήλωση τοῦ σκόλοπα τῆς σάρκας(Β΄ Κορ. 12, 7) πού βασανίζει κατά διαφόρους τρόπους».  Μπορεῖ ἄραγε νά σχετισθεῖ ὁ σκόλοψ τοῦ ἀπ. Παύλου μέ τά ὄργια τῶν ὁμοφυλοφίλων; Ἔχουμε τρελλαθεῖ;
[2] Ἀξίζει, νομίζω νά διαβάσει κανείς τό ἄρθρο τοῦ BRIAN CLOWES, Τό ὁμοφυλοφιλικό πραξικόπημα τῆς ἀμερικανικῆς Ψυχολογικῆς Ἑταιρίας στό ἠλεκτρονικό περιοδικό Wanderer (thewandererpress.com) γιά νά καταλάβει μέ τί μεθόδους τό παγκόσμιο σύστημα προωθεῖ τήν ὁμοφυλοφιλία. Ἄς θυμηθοῦμε τούς κοκκινοφρουρούς τοῦ Μάο Τσε Τούγκ, τούς πρασινοφρουρούς τοῦ ΠΑΣΟΚ καί τούς κουκουλοφόρους-«ἀναρχικούς» τῆς Ν. Τάξεως πού ἰσοπεδώνουν, ὅταν...χρειάζεται, τά πάντα).
[3] Ἰδού καί τί σημαίνουν οἱ παραπάνω ὅροι τῆς πρώτης Ἐκκλησίας :
Προσκλαίοντες ἦσαν ὅσοι   κατά τή διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας παρέμεναν ἔξω, στό προαύλιο τοῦ ναοῦ καί ζητοῦσαν συγχώρεση ἀπό τούς πιστούς πού εἰσέρχονταν σ’ αὐτόν.
Ἀκροώμενοι ἦσαν ὅσοι ἔμεναν στόν νάρθηκα τοῦ ναοῦ μαζί μέ τούς κατηχουμένους, κατά τήν ὥρα τῶν λεγομένων «κατηχουμένων».
Ὑποπίπτοντες λέγονταν ὅσοι ἔμεναν ἐντός τοῦ κυρίου ναοῦ, γονυκλινεῖς καί δακρύοντες καί ἀπέρχονταν μαζί μέ τούς κατηχουμένους.
Συνιστάμενοι ἦσαν ὅσοι ἔμεναν ἐντός τοῦ ναοῦ ὄρθιοι, μαζί μέ τούς πιστούς, ἀλλά δέν μετελάμβαναν τά ἄχραντα μυστήρια. (http://www.orthmad.gr/faq).
[4] Ἆσμα ἀσμάτων Β, 11-12