Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2017

Η θεολογία περί της Αγίας Τριάδος. Η δημιουργία της κτίσεως και των αγγέλων κατά τις παραδόσεις του π. Ιωάννου Ρωμανίδη

 


Εἰσήγηση στὴν Β΄ συνάντηση (19.12.2016) τοῦ Ἐπιμορφωτικοῦ Σεμιναρίου
τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου Ε΄ Ἀκαδημαϊκοῦ Ἔτους (2016-2017).
Εἰσηγητής: Ἀρχιμ. Φώτιος Ἰωακεὶμ
 
Παρουσίαση τῶν ὁμωνύμων κεφαλαίων ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου Βλάχου, «Ἐμπειρικὴ Δογματικὴ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὶς προφορικὲς παραδόσεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη» (τόμος Β´, 2η ἔκδοση, σελ. 47-145)
 
Πανιερώτατε,
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ πατέρες καὶ ἀδελφοί,
Συνεχίζουμε σήμερα, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐντρύφηση καὶ ἀναδίφηση στὸ σπουδαῖο δίτομο ἔργο τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου Βλάχου, «Ἐμπειρικὴ Δογματικὴ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὶς προφορικὲς παραδόσεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη», ποὺ θὰ ἀπασχολήσει στὸ σύνολό τους τὶς Συναντήσεις τοῦ Σεμιναρίου μας κατὰ τὸ τρέχον ἀκαδημαϊκὸ ἔτος.
Τὸ θέμα, μᾶλλον τὰ θέματα τῆς σημερινῆς μας Συνάντησης, εἶναι βασικὰ δύο: «Ἡ θεολογία περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος» καί, «Ἡ δημιουργία τῆς κτίσεως καὶ τῶν ἀγγέλων», σύμφωνα...
πάντοτε μὲ τὸ ἀνωτέρω ἔργο.
Κάτι ἀναγκαῖο εἰσαγωγικά: Θὰ προσέξουμε ὅτι στὰ ὑπὸ ἐξέταση βιβλία -καί, ἑπομένως, καὶ στὴν παροῦσα μας εἰσήγηση- ὁ συγγραφέας ἐπανέρχεται συχνὰ στὰ ἴδια θέματα καὶ παρατηροῦνται κάποιες ἀναπόφευκτες ἐπαναλήψεις. Τοῦτο ὀφείλεται στὴ φύση τῶν θεμάτων τῆς «Ἐμπειρικῆς Δογματικῆς», ποὺ τυγχάνουν ἀλληλοεφαπτόμενα καὶ ἀλληλοεξαρτώμενα.

Πρὶν προχωρήσουμε ὅμως στὴν παρουσίαση τῶν θεμάτων μας, θὰ ἤθελα νὰ ἐπισημάνω ξανὰ καὶ συνοπτικὰ κάτι σημαντικό, ποὺ ἀναφέρθηκε καὶ στὴν προηγούμενη Συνάντησή μας καὶ ποὺ ἀφορᾶ στὸ ὅλο ὑπὸ παρουσίαση ἔργο: Ἑρμηνευτικὸ κλειδὶ καὶ προϋπόθεση τῆς ἐμπειρικῆς αὐτῆς προσέγγισης τῆς Δογματικῆς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν μακαριστὸ π. Ἰωάννη Ρωμανίδη ἀποτελοῦν τὰ τρία στάδια τῆς πνευματικῆς μεθηλικίωσης τοῦ πιστοῦ, δηλ. ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ θέωση (ἢ δοξασμὸς ἢ ἁγιασμός). Ὁ Ὀρθόδοξος χριστιανός, ἔχοντας λάβει τὸ Βάπτισμα καὶ τὸ ἅγιο Χρῖσμα, μὲ τὴν ἐν Χριστῷ ζωὴ μέσα στὴ μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸν προσωπικό του ἀγώνα, ἀγωνίζεται νὰ καθαρθεῖ ἀπὸ τὰ φθοροποιὰ ἁμαρτωλὰ πάθη.

Καί, ὅσο καθαίρεται, τόσο φωτίζεται. Ὁ φωτισμὸς αὐτὸς ποὺ λαμβάνει εἶναι ἐνυπόστατος, δηλ. παρέχεται ἀπὸ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅσοι δὲ πιστοὶ προκόψουν στὴν πορεία αὐτὴ τοῦ φωτισμοῦ, φθάνουν, ὅταν καὶ ὅπως εὐδοκήσει ὁ Τριαδικός μας Θεός, στὴ θέωση, δηλ. κοινωνοῦν, μετέχουν πληρέστερα στὴν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ μὲ τὴ θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός, καὶ γίνονται κατὰ χάριν θεοί, αὐτὸ δηλ. ποὺ εἶναι καὶ ὁ ἄκρος σκοπὸς τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ θεούμενοι πιστοὶ γνωρίζουν πλέον τὸν Θεὸ ἐμπειρικὰ -ὄχι ἁπλῶς γνωσιολογικά. Καὶ αὐτὴ ἡ ἐμπειρικὴ γνώση τοῦ Θεοῦ δημιουργεῖ τὴν ἀληθινὴ δογματικὴ συνείδηση.

Καὶ εἶναι αὐτὴ τὴ δογματικὴ ἐμπειρικὴ συνείδηση τῶν θεωμένων ἁγίων, ποὺ μᾶς παρέδωσαν οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι στοὺς δογματικοὺς Ὅρους καὶ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες, ποὺ θέσπισαν ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ. Καὶ ἡ ἀπόλυτη αὐθεντικότητα καὶ ἀλήθεια τῶν δογμάτων αὐτῶν ἐπιβεβαιώνεται διαχρονικὰ ἀπὸ τοὺς ἁγίους μας, ὅσους δηλαδὴ πιστοὺς φθάνουν στὴ θέωση ἀνὰ τοὺς αἰῶνες. Καὶ ἐμεῖς, ποὺ δὲν φθάσαμε στὰ μέτρα αὐτὰ τῶν ἁγίων μας, ὀφείλουμε νὰ ἀκολουθοῦμε ταπεινὰ καὶ μὲ πεποίθηση τὴν ἐμπειρικὴ διδασκαλία τους, ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ μὲ ἀσφάλεια στὴ σωτηρία, στὸν ἁγιασμό μας.      

Στὴ συνάφεια αὐτή, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Πανιερωτάτου θὰ καταθέσουμε μία σύγχρονη σχετικὴ ἐμπειρία θεοπτίας καὶ κοινωνίας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μίας ἁγιασμένης Γερόντισσας ἀπὸ τὴν Κρήτη, ὅπως τὴν κοινοποίησε πρόσφατα στὸν Πανιερώτατο γνωστὸς εὐλαβὴς κληρικός. «Ὅταν κλαίω καὶ στενάζω γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου, βαθαίνει ἡ καρδιά μου. Ἀναστενάζω ἀπὸ τὰ τρίσβαθα τῆς ψυχῆς μου καὶ ἀνακουφίζομαι. Ἡ εὐχὴ τρέχει, τρέχει... καί, σὲ ἀνύποπτο χρόνο, δὲν ξέρω πῶς, μὲ τὰ ‘‘κυάλια’’ τῆς καρδιᾶς βλέπω τὸ ἄπλετον ἐκεῖνο Φῶς, ποὺ νοῦς δὲν χωράει καὶ γλῶσσα δὲν διηγᾶται... Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ περιγράψει τὸ μεγαλεῖο τοῦ οὐρανοῦ!

Ὁ οὐρανὸς κρύβει πολλὰ μυστήρια... Τὸ Φῶς εἶναι ἄπλετον, δὲν ἔχει ἀρχὴ, μέση καὶ τέλος. Εἶναι ἀσχημάτιστο, ὅμοιο. Εἶναι γεμάτο πληροφορίες. Πολλὰ ἀνεξήγητα ἐξηγοῦντα μέσα σ᾽ αὐτό. Κάποια μπορεῖς νὰ διηγηθεῖς, ἀλλὰ τὰ περισσότερα ὄχι. Εἶναι τὸ Φῶς τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σ᾽ ἕνα Φῶς φαίνονται καὶ οἱ Τρεῖς, ἀλλὰ διακρίνονται καὶ σὰν τρία Φῶτα, ποὺ εἶναι ἕνα Φῶς! Δὲν ξέρω νὰ σᾶς τὸ περιγράψω... Ὁ ἄναρχος Πατέρας δὲν φαίνεται... Οὐδεὶς τὸν εἶδε, οὔτε θὰ τὸν δεῖ ποτέ· οὔτε οἱ ἄγγελοι. Τὸν κρύβει τὸ πολὺ Φῶς...

Φαίνεται ὅμως ἡ ἀγαθότητά του, ἡ ἀγάπη του ποὺ δὲν περιγράφεται, ἡ πρόνοιά του γιὰ τὸν κόσμο, ἡ ἀνεκτικότητα καὶ ἡ μακροθυμία του. Ο Υἱὸς φαίνεται, γιατὶ ἔγινε σὰν ἐμᾶς: Πῆρε ἀνθρώπινο σῶμα καὶ φαίνεται καθαρὰ νὰ βγάζει Φῶς! Ἔχει γαλάζια μάτια, καστανόξανθα μαλλιὰ καὶ διχαλωτὰ γενάκια, μέτριο ἀνάστημα καὶ συμμετρικὸ σῶμα. Ἔχει ἀθεράπευτες τὶς πληγὲς τοῦ Σταυροῦ γιὰ νὰ τὸν ἀναγνωρίζουμε, γιατὶ πολλοὶ τὸν εἶπαν ‘‘πλάνο’’, ‘‘σοφό’’, κ.λπ. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο δὲν φαίνεται. Εἶναι Φῶς! Ἦρθε στὸν κόσμο καὶ δὲν ἔφυγε. Κινεῖται μὲ μεγάλο κρότο, ἀλλὰ δὲν τὸ ἀκούει κανείς!

Περνάει ἀπ᾽ ὅλους συνεχῶς, ἀλλὰ σκηνώνει ὅπου ὑπάρχει μετάνοια. Τὰ θεϊκὰ εὐωδιάζουν. Φέρνουν γαλήνη, ἠρεμία καὶ παράδεισο στὴν ψυχὴ καὶ ἔλεγχο γιὰ τὰ χάλια μας. Βλέπω μέσα στὸ Φῶς ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι τὸ πᾶν καὶ ἐγὼ μηδέν...». Ἡ σημαντικὴ αὐτὴ σύγχρονη αὐθεντικὴ ἐμπειρία μᾶς ἐπιβεβαιώνει αὐτὸ ποὺ εἴπαμε καὶ πολλὰ ἀπὸ ὅσα θεωρητικὰ θὰ ἀναφέρουμε στὴ συνέχεια. 


Β' Μέρος Νεώτεροι ιστορικοί

 


ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑΣ
Β’ ΜΕΡΟΣ – ΝΕΩΤΕΡΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ 
Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετώπισε η κοινωνία, η Εκκλησία, και η διοίκηση του Βυζαντίου/Ρωμανίας κατά την διάρκεια του Η’ και το πρώτο μισό του Θ’ αιώνος ήταν η εικονομαχία. Το πρόβλημα δεν ήταν αυτοφυές. Αυτό βεβαιώνουν οι πηγές της εποχής καθώς και η νεώτερη θεωρία για τα αίτια της Εικονομαχίας. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή οι εικονομαχικές αντιλήψεις ήταν είδος εισαγόμενο από τον ιουδαϊκό και μωαμεθανικό κόσμο. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, χρονογράφους, και βιογράφους του Βυζαντίου/Ρωμανίας, αίτιο της εικονομαχίας ήταν η μυστική σύμπραξη του Λέοντα Γ’ του Ίσαυρου με Ιουδαίους.
Περιοχόμενα
α) Το ζήτημα της αξιοπιστίας των πηγών
β) Η θεωρία της κοινωνικής μεταρρύθμισης
γ) Η θεωρία της εκκλησιαστικής μεταρρύθμισης.
δ) Η θεωρία της σύγκρουσης των πολιτισμών.ε) Άλλες απόψεις.
στ) Επίλογος



α) Το ζήτημα της αξιοπιστίας των πηγών
Αυτή η πληροφορία δεν γίνεται δεκτή από τους νεώτερους ιστορικούς. Πως θα μπορούσε άλλωστε. Αφ’ ης στιγμής θα τολμούσε κάποιος να την ασπαστεί θα χαρακτηρίζονταν αντισημίτης και θα κινδύνευε η ακαδημαϊκή του καριέρα.
Με την απόρριψη των πληροφοριών των πηγών αυτόματα προέκυψε κενό πληροφόρησης, οπότε οι νεώτεροι ιστορικοί κλήθηκαν να λύσουν το πρόβλημα που δημιουργήθηκε για τα αίτια που προκάλεσαν την μεγάλη αυτή αναταραχή στην ζωή της αυτοκρατορίας. Αυτό το έπραξαν πολλοί με περισσή ευχαρίστηση.
Αρχικά έπρεπε να δικαιολογηθεί η απόρριψη των πληροφοριών που παρέχουν οι πηγές. Ως δικαιολογία προτάθηκε η μεροληψία αυτών που για κάποιους έφθανε τα όρια της εμπάθειας. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο, ούτε κάτι μοναδικό. Δεν υπάρχει πηγή είτε από τον αρχαίο κόσμο, είτε από τον μεσαιωνικό, η οποία να μην μεροληπτεί. Καμιά ιστορία, απ’ όσες έχουν γραφεί μέχρι τώρα δεν είναι αμερόληπτη, δεν αντιμετωπίζει τα γεγονότα ανεξάρτητα από την θέση του γράφοντα, καμιά ιστορία δεν είναι πρακτικά αντικειμενική. Αν αντιμετώπιζαν οι ιστορικοί όλες τις πηγές με τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τις πηγές της περιόδου, απορρίπτοντας αυτές ασυζητητί ως μεροληπτικές και εμπαθείς, τότε πραγματικά η ιστορική επιστήμη θα είχε πρόβλημα να βρει τις αναγκαίες πληροφορίες για να μπορέσει να ερευνήσει το παρελθόν. Διότι οι πηγές είναι για την ιστορία, ότι τα δεδομένα των πειραμάτων για τις θετικές επιστήμες. Και όπως στις θετικές επιστήμες υπάρχει μεθοδολογία για την επεξεργασία των δεδομένων και την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, έτσι και στην έρευνα της ιστορίας υπάρχει μεθοδολογία για την επεξεργασία των πληροφοριών που παρέχουν οι πηγές ώστε τα συμπεράσματα να είναι όσο το δυνατόν πλησιέστερα στην πραγματικότητα. Και την πραγματικότητα αυτή, την διαμορφώνουν, δυστυχώς ή ευτυχώς, οι πηγές, και όχι οι ευσεβείς πόθοι όσων ασχολούνται με αυτές.
Ένας τέτοιος ευσεβής πόθος, αναπαράγεται σχεδόν σε κάθε σύγγραμμα που ασχολείται με το θέμα, και αφορά την εικονομαχική φιλολογία. Όλοι σχεδόν οι συγγραφείς εύχονται να είχαν διασωθεί συγγράμματα των εικονομάχων, ώστε να μπορούσαν να σχηματίσουν πληρέστερη αντίληψη για τα θέματα που εξετάζουν. Αυτό δείχνει μεγάλη υποκρισία, συνειδητή ή μιμητική, διότι αμέσως μετά αναγνωρίζουν ότι μπορούν να αναπαραχθούν μεγάλα τμήματα από τα χαμένα συγγράμματα. Αυτή δυνατότητα παρέχεται από την ίδια την ορθόδοξη γραμματεία.
Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει η εξής επισήμανση. Ο όρος «εικονόφιλος» δεν γίνεται δεκτός. Εφόσον η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος αποδέχεται ως ορθή εκκλησιαστική πρακτική την τιμητική προσκύνηση των εικόνων και ως ορθόδοξη την θεολογία της εικόνας, ενώ από την άλλη καταδικάζει την εικονομαχία ως αίρεση, το «εικονόφιλος» απευθύνεται σε όλους τους Ορθόδοξους. Δεν υπάρχει, ωστόσο, λόγος να καλούμαστε οι Ορθόδοξοι, «εικονόφιλοι», ειδικά σήμερα, που η τιμητική προσκύνηση των εικόνων δεν αμφισβητείται στον Ορθόδοξο κόσμο.

Α' Μέρος - Βυζαντινοί/Ρωμηοί ιστορικοί


                                                                                         
ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ
Πατερικών χωρίων υπέρ των εικόνων.
ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑΣ
*****
Α΄ ΜΕΡΟΣ – ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ/ΡΩΜΗΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΗΓΕΣ
 
Του οσίου Θεοφάνους ηγουμένου του Αγρού, Χρονογραφία 
«Α.Μ. 6215. Τούτω τω έτει Ιουδαίος τις ορμώμενος από Λαοδικείας της παραλίου Φοινίκης, [γόης], ελθών προς Ιζίδ επηγγείλατο αυτώ έτη τεσσαράκοντα κρατήσειν της των Αράβων αρχής, ει τας εν ταις εκκλησίαις των Χριστιανών εν πάση τη αρχή αυτού τιμωμένας σεπτάς εικόνας καθέλη. Τούτο πεισθείς ο ανόητος Ιζίδ δόγμα καθολικόν εψηφίσατο κατά των αγίων και σεπτών εικόνων˙ αλλά χάριτι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και ταις πρεσβείαις της αφθόρου μητρός αυτού, και πάντων των αγίων τω αυτώ έτει τέθνηκεν Ιζίδ, ουδέ ακουσθήναι φθάσαντος τοις πολλοίς του σατανικού αυτού δόγματος.  
Μεταλαβών δε ταύτης της αθεμίτου και πικράς κακοδοξίας Λέων ο βασιλεύς πολλών κακών αίτιος ημίν γέγονεν. Ευρών δε ομόφρονα [της απιδευσίας] ταύτης Βησήρ τινα τούνομα, γενόμενον μεν από Χριστιανών εν Συρία, αποστάντα δε της εις Χριστόν πίστεως, και ποιωθέντα τοις Αράβων δόγμασιν, ου προ πολλού δε χρόνου απελευθερωθέντα της εκείνων δουλείας, και καταλαβόντα την Ρωμαίων πολιτείαν˙ δια ρώμην δε σώματος και ομόνοιαν της κακοδοξίας ετιμήθη παρά του αυτού Λέοντος˙ όστις και συνασπιστής του μεγάλου κακού τούτου γέγονεν τω βασιλεί. Και συνεφρόνει δε κακώς αυτώ και ο πάσης ακαθαρσίας ανάπλεως και συντρόφω απαιδευσία συζών Νακωλείας ο επίσκοπος». (CSBH, ed. Niebhur, Bonnae 1889, t.1 617.15) 
«Το έτος αυτό ένας Εβραίος μάγος, ο οποίος ήταν πολίτης της Λαοδικείας που βρίσκεται στα παράλια της Φοινίκης, ήρθε στον Ιζίδ και του ανήγγειλεν ότι θα εβασίλευε 40 έτη στους Άραβες, αν κατέστρεφε τις άγιες εικόνες, που ήταν αναρτημένες σε Χριστιανικές εκκλησίες σε όλη την επικράτειά του. Ο ανόητος Ιζίδ επείσθη σ’ αυτόν και εθέσπισε καθολικό διάταγμα κατά των αγίων εικόνων. Αλλά με την Χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και τις πρεσβείες της αφθόρου Μητέρας Του και όλων των αγίων ο Ιζίδ πέθανε το ίδιον έτος, πριν φθάσει το σατανικό του διάταγμα στους περισσότερους λαούς. 
Ο βασιλιάς Λέοντας, ο οποίος συμμετείχε στην ίδια κακοδοξία, έγινεν υπεύθυνος για τα πολλά κακά που έπεσαν επάνω μας. Βρήκε ομόφρονα στην ανοησία του κάποιον που ελέγετο Βησήρ, έναν πρώην Χριστιανό, ο οποίος είχε συλληφθεί στη Συρία και είχεν απαρνηθεί την χριστιανική πίστη αποδεχόμενος τα δόγματα των Αράβων και ο οποίος, όχι πολύν καιρό πριν, είχεν απελευθερωθεί απ’ τη δουλεία εκείνων και είχεν επιστρέψει στο Ρωμαϊκό κράτος. Λόγω της σωματικής του δύναμης και επειδή ήταν ομόφρων με τον αυτοκράτορα ως προς την κακοδοξία, ο Λέοντας τον τίμησεν ιδιαίτερα. Τότε, ο άνδρας αυτός έγινε σύμμαχος του βασιλιά ως προς το μεγάλο κακό. Ομόφρων ως προς την κακοδοξία ήταν επίσης και ο επίσκοπος Νακωλείας, άνθρωπος πλήρης κάθε είδους ακαθαρσίας, ο οποίος ζούσε τον ίδιο απαίδευτο βίο». (μετ. αρχιμ. Ανανίας Κουστένης, Αρμός 2007, 1089-91) 
***

«Α.Μ. 6217. Τούτω τω έτει ήρξατο ο δυσσεβής βασιλεύς Λέων της κατά των αγίων και σεπτών εικόνων καθαιρέσεως λόγον ποιείσθαι˙ και μαθών τούτο Γρηγόριος ο πάπας Ρώμης τους φόρους της Ιταλίας και Ρώμης εκώλυσεν, γράψας προς Λέοντα επιστολήν δογματικήν, μη δειν βασιλέα περί πίστεως λόγον ποιείσθαι, και καινοτομείν τα αρχαία δόγματα της εκκλησίας τα υπό των αγίων πατέρων δογματισθέντα». (CSBH, ed. Niebhur, Bonnae 1889, t.1 621.6) 
«Το έτος αυτό ο ασεβής βασιλιάς Λέοντας άρχισε να εκδίδει διαγγέλματα σχετικά με την καθαίρεση των αγίων και σεπτών εικόνων. Όταν το έμαθεν αυτό ο πάπας Ρώμης Γρηγόριος, παρακράτησε τους φόρους της Ιταλίας και της Ρώμης και έγραψε στον Λέοντα μια δογματική επιστολή με την οποία ανέφερε ότι ένας βασιλιάς δεν πρέπει να εκδίδει διαγγέλματα σχετικά με την πίστη και ούτε να μετατρέπει τα παλαιά δόγματα της Εκκλησίας, τα οποία έιχαν ορίσει οι άγιοι πατέρες». (μετ. αρχιμ. Ανανίας Κουστένης, Αρμός 2007, 1095) 
***
 
«Α.Μ. 6217. Μέσον δε τηλικούτου πυρός νήσος απογεωθείσα τη Ιερά λεγομένη νήσω συνήφθη, μήπω το πριν ούσα, αλλ’ ως αι προρρηθείσαι νήσοι, Θήρα και Θηρασία ποτέ εξεβράσθησαν, ούτω και αύτη νυν επί των χρόνων του θεομάχου Λέοντος˙ ως την κατ’ αυτού θείαν οργήν υπέρ εαυτού λογισάμενος, αναιδέστερον κατά των αγίων και σεπτών εικόνων ήγειρε πόλεμον, σύμμαχον έχων Βησήρ τον αρνησίθεον, και της ίσης αλογίας εφάμιλλον. Άμφω γαρ απάσης απιδευσίας ήσαν έμπλεοι και πάσης αμαθίας, εξ ής τα πολλά των κακών έρχεται. Οι δε κατά την βασιλίδα πόλιν λαοί σφόδρα λυπούμενοι επί ταις καιναίς διδασκαλίαις αυτώ τε εμελέτων επελθείν, και τινας βασιλικούς ανθρώπους ανείλον καθελόντας την του κυρίου εικόνα την επί της μεγάλης Χαλκής πύλης, ως πολλούς αυτών υπέρ της ευσεβείας τιμωρηθήναι μελών εκκοπαίς και μάστιξι και εξορίαις και ζημίαις, μάλιστα δε τους ευγενεία και λόγω διαφανείς˙ ώστε και τα παιδευτήρια σβεσθήναι και την ευσεβή παίδευσιν από του εν αγίοις Κωνσταντίνου του μεγάλου και μέχρι νυν κρατήσασαν, ης και μετά άλλων πολλών καλών καθαιρέτης ο σαρακηνόφρων ούτος Λέων γέγονεν». (CSBH, ed. Niebhur, Bonnae 1889, t.1 622.9) 
«Γιατί, όπως ακριβώς οι ανωτέρω αναφερόμενες νήσοι Θήρα και Θηρασία είχαν κάποτε εκβραστεί, το ίδιο έγινε και μ’ αυτήν σήμερα, επί βασιλείας του Λέοντα, του εχθρού του Θεού. Αυτός, θεωρώντας ότι η οργή του Θεού ήταν με το μέρος του και όχι εναντίον του, ξεκίνησεν ακόμη πιο ανελέητο πόλεμο ενάντια στις άγιες και σεπτές εικόνες, έχοντας σύμμαχο τον αρνητή του Θεού Βησήρ, που τον ανταγωνιζόταν ως ρήπος την ανοησίαν. Γιατί είχαν και οι δυο τους μεγάλη αγριότητα και απόλυτη άγνοια, που είναι και η αιτία των περισσοτέρων κακών. Ο λαός της Βασιλεύουσας εταράχθηκε πολύ από τα νεοεμφανισθέντα δόγματα και αποπειράθηκαν επίθεση εναντίον του και εφόνευσαν μερικούς από τους άνδρες του βασιλιά, οι οποίοι είχαν κατεβάσει την εικόνα του Κυρίου που υπήρχε κρεμασμένη πάνω από τη Χάλκινη Πύλη, με αποτέλεσμα πολλοί απ’ αυτούς να τιμωρηθούν χάριν της αληθινής πίστεως και να υποστούν ακρωτηριασμούς, μαστιγώσεις, εξορία και φυλάκιση, ειδικά εκείνοι που ήταν προύχοντες εκ γενετής και λόγω παιδείας. Αυτό οδήγησε στο κλείσιμο των σχολείων και στην εξάλειψη της ευσεβούς εκπαιδεύσεως, η οποία είχε καθιερωθεί από την εποχή του αγίου Κωνσταντίνου μέχρι τις μέρες μας, αλλά καταστράφηκε, μαζί με πολλά άλλα καλά πράγματα, απ’ αυτόν τον σαρακηνόφρονα Λέοντα». (μετ. Ανανίας Κουστένης, Αρμός 2007, 1097)

Γ. Μαρτυρίες για την ύπαρξη εικόνων στους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας

 


ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ
Πατερικών χωρίων υπέρ των εικόνων.
Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΕΙΚΟΝΩΝ ΣΤΟΥΣ ΠΡΩΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Εν τω βίω Ιωάννου του Χρυσοστόμου ούτως αυτολεξεί γέγραπται:
 
«Ηγάπα δε ο μακάριος Ιωάννης τας επιστολάς του σοφωτάτου Παύλου άγαν.
Και μετ’ ολίγα.
 
Ήν δε και το εκτύπωμα του αυτού αποστόλου Παύλου έχων εν εικόνι, ένθα ανεπαύετο δια την του σώματος ασθένειαν βραχύ τι˙ ην γαρ πολυάγρυπνος υπέρ φύσιν. Και ηνίκα διήρχετο τας επιστολάς αυτού, ενητένιζεν αυτή και ως επί ζώντος αυτού ούτω προσείχεν αυτώ μακαρίζον αυτόν, και όλον αυτού τον λογισμόν προς αυτόν είχε φανταζόμενος και δια της θεωρίας αυτώ ομιλών.
Και μεθ’ έτερα.
Ως δε επαύσατο ο Πρόκλος λαλών, ατενίσας τη εικόνι του αποστόλου και θεασάμενος τον χαρακτήρα αυτού όμοιον του οφθέντος αυτώ, βαλών μετάνοιαν τω Ιωάννη, είπε δακτυλοδεικτών την εικόνα˙ 
“Συγχώρησόν μοι, πάτερ. Ον είδον λαλούντα σοι, όμοιος εστι τούτω˙ ως δε υπολαμβάνω, ότι και αυτός εστίν.”»

«Ο μακάριος Ιωάννης αγαπούσε υπερβολικά τις επιστολές του σοφοτάτου Παύλου.
Και ύστερα από μερικά άλλα.
Είχε και τη μορφή του ιδίου του αποστόλου Παύλου σε εικόνα, εκεί που ξεκουραζόταν για λίγο εξαιτίας της αδυναμίας του σώματός του˙ γιατί έμενε ξάγρυπνος περισσότερο απ’ όσο επιτρέπουν οι φυσικές δυνάμεις. Και καθώς μελετούσε τις επιστολές του την κύτταζε με προσοχή και σαν να ήταν ζωντανός τον πρόσεχε και τον μακάριζε και είχε στραμμένο τον λογισμό του με τη φαντασία του προς αυτόν και μέσω της θεωρίας συνομιλούσε μαζί του.
Και ύστερα από μερικά άλλα.
Όταν έπαυσε να ομιλέι ο Πρόκλος, κύτταζε την εικόνα του αποστόλου και είδε τη μορφή του να είναι όμοια με εκείνον που του φανερώθηκε, και βάζοντας μετάνοια στον Ιωάννη είπε δείχνοντας με το δάκτυλο την εικόνα˙
“Συγχώρεσέ με, πάτερ. Αυτόν που είδα να μιλάει μαζί σου ήταν όμοιος με εκείνον˙ και υποθέτω ότι αυτός ο ίδιος είναι”».
(μετ. Παν. Παπαευαγγέλου, ΕΠΕ, Ιωάννη Δαμασκηνού, Έργα, τ.3 σελ. 270-1)
*** 
 
Θεοδώρητου Κύρρου, Φιλόθεος Ιστορία, Συμεώνης § 11 
«Φασί γαρ ούτως εν Ρώμη τη μεγίστη πολυθρύλητον γενέσθαι τον άνδρα, ως εν άπασι τοις των εργαστηρίων προπυλαίοις εικόνς αυτώ βραχείας αναστηλώσαι, φυλακήν τινα σφίσιν αυτοίς και ασφάλειαν εντεύθεν πορίζοντας».

«Πραγματικά λένε ότι στη μέγιστη Ρώμη ο άνδρας έγινε τόσο πολύ πολυθρύλητος, ώστε να κρεμούν μικρές εικόνες του σε όλες τις εισόδους των εργαστηρίων, αποκομίζοντας από αυτές για τον εαυτό τους κάποια προστασία και ασφάλεια».
(μετ. Ζαχαριάδου Σταυρούλα, ΕΠΕ, Φιλοκαλία τ. 4 σελ. 416-7)
***
Ιωάννη Μαλάλα, Χρονογραφία, Λόγος Ι’

«Από τότε και ο βαπτιστής Ιωάννης δήλος εγένετο τοις ανθρώποις˙ και απέτεμεν αυτόν Ηρώδης ο βασιλεύς ο Φιλίππου, ο τοπαρχω΄ν, ήτοι βασιλεύων, της Τραχωνίτιδος χώρας, εν Σεβαστή πόλει τη προ η’ καλανδών ιουνίων εν υπατεία Φλάκκωνος και Ρουφίνου δια Ηρωδιάδα την γυναίκα αυτού, ότι έλεγεν αυτώ ο Ιωάννης, Ουκ έξεστί σοι έχειν την γυναίκα του αδελφού σου καθώς εν ταις θείαις εμφέρεται γραφαίς ταύτα. Και λυπούμενος δια τον Ιωάννην ο αυτός βασιλεύς Ηρώδης ο δεύτερος ο Φιλίππου ανήλθεν από της πόλεως Σεβαστής εν Πανεάδι πόλει της Ιουδαίας. Και προσήλθεν αυτώ γυνή τις ευπορωτάτη, οικούσα την αυτήν Πανεάδα πόλιν, ονόματι Βερονίκη, βουλομένη ως ιαθείσα υπό του Ιησού στήλην αυτώ αναστήσαι. Και μη τολμώσα δίχα βασιλικής κελεύσεως τούτο ποιήσαι δέησιν επέδωκε τω αυτώ Ηρώδη βασιλεί, αιτούσα αναστήσαι στήλην τω σωτήρι Χριστώ εν τη αυτή πόλει. Ήτις δέησις έχει ούτως.
 
Σεβαστώ Ηρώδη τοπάρχη και θεσμοδότη Ιουδαίων τε και Ελλήνων, βασιλεί της Τραχωνίτιδος χώρας, ικεσίας δεήσεις παρά Βερονίκης, αξιωματικής πόλεως Πανεάδος.
Δικαιοσύνη και φιλανθρωπία και αι λοιπαί των αρετών πασών περιστέφουσι την ημετέραν θείαν κορυφήν. Όθεν καγώ ταύτα ειδυία ήκον συν αγαθαίς ταις ελπίσι πάντως των αιτουμένων τευξομένη. Τις δε η του παρόντος προοιμίου κρηπίς προϊών ο λόγος σε διδάξει.
Εκ παιδόθεν ληφθείσα πάθει αιμορροίας οχετών εις ιατρούς κατανάλωσά μου τον βίον και τον πλούτον, και ίασιν ουχ ηύρον. Ακηκουία δε του θαυμαζομένου Χριστού τα ιάματα, ος νεκρούς εξανίστησι και τυφλούς πάλιν εις φάον έλκων και δαίμονας εκ βροτών απελαύνων και πάντας τους εν νόσοις μαραινομένους λόγω θεραπεύει, προς αυτόν ουν καγώ ως προς θεόν έδραμον. Και προσεσχηκυία το περιέχον αυτόν πλήθος, δειλιάσασα δε εξειπείν αυτώ και την αήττητόν μου νόσον, μήπως τον μολυσμόν του πάθους αποστρεφόμενος οργισθή κατ’ εμού και πλέον μοι επέλθη η πληγή της νόσου, κατ’ εμαυτήν ελογισάμην ότι ει δυνηθείην άψασθαι του κρασπέδου του ιματίου αυτού, πάντως ιαθήσομαι˙ και λάθρα εις το περί αυτόν εισδύσασα πλήθος εσύλησα την ίασιν, του κρασπέδου αυτού αψαμένη˙ και σταλείσης μου της πηγής του αίματος γέγονα παραχρήμα υγιής. Αυτός δε μάλλον, ως προγνούς της εμής καρδίας το βούλευμα, ανέκραξε,
Τις μου ήψατο; Δύναμις γαρ εξήλθεν απ’ εμού.
Εγώ δε ωχριώσα και στένουσα, την νόσον θρασυτέραν υποστρέφειν επ’ εμέ λογιζομένη, προσπεσούσα αυτώ την γην επλήρωσα δακρύων, την τόλμαν εξειπούσα. Ο δε ως αγαθός σπλαγχνισθείς επ’εμοί επεσγράγισε μοι την ίασιν, ειρηκώς,
Θάρσει, θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε˙ πορεύου εις ειρήνην.
Ούτως και υμείς, σεβαστοί, την δέησιν οξείαν τη δεομένη παράσχετε.
Ο δε βασιλεύς Ηρώδης ακηκοώς ταύτα δια της δεήσεως εξεπλάγη δια το θαύμα˙ και φοβηθείς το μυστήριον της ιάσεως είπεν,
Αύτη η εις σε γενομένη ίασις, ω γύναι, μείζονος στήλης εστίν αξία. Πορευθείσα τοίνυν οίαν βούλει ανάστησον αυτώ στήλην, προθέσει δοξάζουσα τον ιασάμενον.

Β' Μέρος- Πατέρες της εποχής της Εικονομαχίας


                                                                                         
ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ
Πατερικών χωρίων υπέρ των εικόνων.
Β’ ΜΕΡΟΣ – ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑΣ
Λεοντίου Επισκόπου Νεαπόλεως της Κύπρου εκ του πέμπτου Λόγου υπέρ της των Χριστιανών απολογίας Κατά Ιουδαίων, και περί εικόνων των αγίων
«Ουδέ παρ’ ημίν ως θεοί προσκυνούνται οι των αγίων χαρακτήρες, και εικόνες, και τύποι. Ει γαρ ως Θεόν προσεκύνουν το ξύλον της εικόνος, ουκ αν πάντως λειαθέντος του χαρακτήρος, την εικόναν κατέκαιον. Και πάλιν έως μεν εστι συμπεπεδημένα τα δύο ξύλα του σταυρού, προσκυνώ τον τύπον διά Χριστόν τον εν αυτώ σταυρωθέντα˙ επαν δε διαιρεθώσιν εξ αλλήλων, ρίπτω αυτά και κατακαίω. Και ώσπερ ο κέλευσιν βασιλέως δεξάμενος, και ασπασάμενος την σφραγίδα, ου τον πηλόν ετίμησεν, ή τον χάρτην, ή τον μόλυβδον, αλλά τω βασιλεί την προσκύνησιν και το σέβας απένειμεν˙ ούτω και Χριστιανών παίδες τον τύπον του σταυρού προσκυνούντες, ου φύσιν του ξύλου τιμώμεν, αλλά σφραγίδα και δακτύλιον και χαρακτήρα Χριστού αυτόν βλέποντες, δι αυτού τον εν αυτώ σταυρωθέντα και ασπαζόμεθα και προσκυνούμεν» (Mansi Conc. XIII, p. 13, PG 93, col. 1597-99)

«Και ώσπερ ο Ιακώβ δεξάμενος παρά των υιών αυτού χιτώνα ποικίλον ημαγμένον του Ιωσήφ, κατεφίλησε μετά δακρύων, και τοις ιδίοις οφθαλμοίς τούτο περιέθηκεν, και ου το ιμάτιον αγαπών, ή τιμών, τούτο εποίησεν, αλλά δι’ αυτού νομίζων τον Ιωσήφ καταφιλείν, και εν χερσίν αυτών κατέχειν˙ ούτω και οι Χριστιανοί πάντες εικόνα Χριστού, ή αποστόλου, ή μάρτυρος κρατούντες και ασπαζόμενοι τη σαρκί, τη ψυχή αυτόν τον Χριστόν νομίζομεν ή τον μάρτυρα αυτού κατέχειν» (PG 93, col. 1599)

«Ει δε εγκαλείς μοι, ότι ως Θεόν προσκυνώ το ξύλον του σταυρού, δια τι ουκ εγκαλείς τω Ιακώβ προσκυνήσαντι επί το άκρον της ράβδου του Ιωσήφ; Αλλά πρόδηλον, ότι ου το ξύλον ιδών προσεκύνησεν, αλλά δια του ξύλου τον Ιωσήφ, ώσπερ και ημείς δια του σταυρού τον Χριστόν. Επεί και τοις πωλήσασι τον τάφον ασεβέσιν ανθρώποις ο Αβραάμ προσεκύνησε, και γόνυ έκαμψεν επί την γην˙ αλλ’ ουχ ως θεούς αυτούς προσεκύνησε. Και πάλιν ο Ιακώβ των Φαραώ ευλόγησεν ασεβή και ειδωλολάτρην όντα, αλλ’ ουχ ως Θεόν αυτόν ευλόγησε». (PG 93, col. 1601)

 
Σχόλιο Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού

«Ει ουν τον του σταυρού τύπον προσκυνούμεν εικόνα του σταυρού ποιούντες εξ οιασούν ύλης, πως του σταυρωθέντος εικόνι μη προσκυνούμεν;»

 
«Εφόσον λοιπόν προσκυνούμε τον τύπο του σταυρού, κατασκευάζοντας εικόνα του σταυρού από οποιαδήποτε ύλη, πως δε θα προσκυνήσουμε την εικόνα αυτού που σταυρώθηκε;»
 
(μετ. Παναγιώτη Παπαευαγγέλου, στη σειρά Ε.Π.Ε., Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Έργα, τομ. 3 σελ. 86-87, εκδόσεις Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Θεσσαλονίκη 1990)

***
 
«Πιστός ο λόγος. Ουκούν γνώθι, ότι καγώ δι’ ουρανού, και γης, και θαλάσσης και ξύλων, και λίθων, και λειψάνων, και ναών, και σταυρού, και δι’ αγγέλων, και δι’ ανθρώπων, και δια πάσης κτίσεως ορατής τε και αοράτου, τω πάντων δημιουργώ και Δεσπότη και ποιητή μόνω την προσκύνησιν και το σέβας προσάγω. Ου γαρ δι’ εαυτής αμέσως η κτίσις τω Ποιητή προσκυνεί, αλλά δι’ εμού οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού, δι’ εμού προσκυνεί Θεόν η σελήνη, δι’ εμού δοξάζει Θεόν τα άστρα, δι’ εμού ύδατα, όμβροι, δρόσοι, και πάσα κτίσις, δι’ εμού προσκυνεί και δοξάζει Θεόν». (PG 93, col. 1604)

«Ημείς δε οι Χριστιανοί κατά πάσαν πόλιν και χώραν, και κατά πάσας ημέρας και ώρας, κατά ειδώλων οπλιζόμεθα, κατά ειδώλων ψάλλομεν, κατά ειδώλων και δαιμόνων ευχόμεθα. Και πως ειδωλολάτρας ημάς καλούσιν οι Ιουδαίοι;» (PG 93, col. 1604)

«ο γαρ τιμών τον μάρτυρα, τον Θεόν τιμά˙ και ο τη μητρί αυτού προσκυνών, αυτώ την τιμήν προσάγει. Και ο τον απόστολον τιμών, τον αποστείλαντα τιμά˙ είθε και συ Μωσαϊκάς εικόνας εποίεις και προφητικάς, και καθ’ εκάστην ημέραν δι’ αυτών προσεκύνεις τω Θεώ και Δεσπότη αυτών, και μη τη εικόνι τη χρυσή Ναβουχοδονόσορ˙ και πως ουκ αισχύνη κατ’ εμού κινούμενος, και κατεπαιρόμενος κατά των εικόνων και του σταυρού εγκαλών, ει Αβραάμ τοις ειδωλολάτραις προσεκύνησεν, ει Μωυσής τον Ιοθόρ ειδωλολάτρην προσεκύνησεν, και Ιακώβ τον Φαραώ, και Δανιήλ τον Ναβουχοδονόσορ; Ει ούτοι προφήται και δίκαιοι όντες, διά τινας ευεργεσίας προσεκύνουν αυτοίς επί την γην ειδωλολάτραις ούσιν, εμού κατεπαίρη προσκυνούντος σταυρώ και χαρακτήρσιν αγίων, εξ ων μυρία αγαθά παρά Θεού δι’ αυτών κομίζομαι;» (PG 93, col. 1608)

 
Σχόλιο Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού

«Ούτος πιστός εξηγητής των του μακαρίου Επιφανίου λόγων ο τοις εαυτού λόγοις την Κυπρίων κατακοσμήσας νήσον ή οι από καρδίας λαλούντες».

«Αυτός που με τους λόγους του στόλισε το νησί των Κυπρίων είναι ο σωστός εμηνευτής των λόγων του μακαρίου Επιφανίου, ή εκείνοι που μιλούν με την καρδιά τους».

(μετ. Παναγιώτη Παπαευαγγέλου, στη σειρά Ε.Π.Ε., Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Έργα, τομ. 3 σελ. 92-93, εκδόσεις Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Θεσσαλονίκη 1990)

Α' Μέρος - Πατέρες προ της εικονομαχίας

 


ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ
Πατερικών χωρίων υπέρ των εικόνων.
Α’ ΜΕΡΟΣ – ΠΑΤΕΡΕΣ ΠΡΟ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑΣ
(1)
Του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου Τίτω Ιεράρχη (επιστολή Θ’) §2
«Χρη τοίνυν και ημάς, αντί της δημώδους περί αυτών υπολήψεως, είσω των ιερών συμβόλων ιεροπρεπώς διαβαίνειν και μηδέ ατιμάζειν αυτά, των θείων όντα χαρακτήρων έκγονα και αποτυπώματα, και εικόνας εμφανείς των απορρήτων και υπερφυών θεαμάτων. Και γαρ ου μόνον τα υπερούσια φώτα και τα νοητά, και απλώς τα θεία, τοις τυπωτικοίς διαποικίλλεται συμβόλοις, ως πυρ1 ο υπερούσιος Θεός λεγόμενος και τα νοητά του Θεού Λόγια πεπυρωμένα2, προσέτι δε και των νοητών άμα και νοερών αγγέλων οι θεοειδείς διάκοσμοι ποικίλαις μορφές διαγράφονται και πολυειδέσι και εμπυρίοις σχηματισμοί».

«Πρέπει λοιπόν κι εμείς παραμερίζοντας την δημώδη γι’ αυτά αντίληψι, να περάσωμε ιεροπρεπώς στην καρδιά των ιερών συμβόλων και να μη τα υποτιμούμε, διότι είναι γεννήματα και αποτυπώματα των θείων χαρακτήρων, εμφανείς εικόνες των απορρήτων και υπερφυών θεαμάτων. Διότι δεν είναι μόνο τα υπερούσια και νοητά φώτα, με άλλα λόγια τα θεία φώτα, που παριστάνονται ποικιλοτόπως με συμβολικά σχήματα, όπως επί παραδείγματι όταν λέγωνται ο υπερούσιος Θεός πυρ1 και τα νοητά λόγια του Θεού πυρωμένα2, αλλ’ επίσης είναι και οι θεοειδείς διάκοσμοι των νοητών και νοερών συγχρόνως αγγέλων που παριστάνονται με ποικίλους πυροειδείς σχηματισμούς».


___________
1.    Δευτ. 4,12
2.    Ψαλμ. 17,31

(μετ. Παν. Χρήστου, στη σειρά Ε.Π.Ε., Φιλοκαλία των νηπτικών και ασκητικών, τομ. 3. σελ. 545, εκδόσεις Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Θεσσαλονίκη 1986)
***

Σχόλιο Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού

«Ίδε ως έφη “Μη ατιμάζειν τας των τιμίων εικόνας”»

«Πρόσεξε ότι είπε να μην ατιμάζουμε τις εικόνες των αγίων»


(μετ. Παναγιώτη Παπαευαγγέλου, στη σειρά Ε.Π.Ε., Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Έργα, τομ. 3 σελ. 68-69, εκδόσεις Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Θεσσαλονίκη 1990)

   


(2)
Του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου Περί Θείων Ονομάτων κεφ.Α’ § 4 
«Και όσα άλλα θεουργικά φώτα τοις Λογίοις ακολούθως η των ενθέων ημών καθηγεμόνων κρυφία παράδοσις εκφαντορικώς υμίν εδωρήσατο, ταύτα και ημείς μεμυήμεθα˙ νυν μεν αναλόγως ημίν, διά των ιερών παραπετασμάτων της των λογίων και των ιεραρχικών παραδόσεων φιλανθρωπίας, αισθητοίς τα νοητά και τοις ούσι τα υπερούσια περικαλυπτούσης και μορφάς και τύπους τοις αμορφώτοις και ατυπώτοις περιτιθίσης και την υπερφυή και ασχημάτιστον απλότητα τη ποικιλία των μεριστών συμβόλων πληθυνούσης τε και διαπλαττούσης˙»

«Και όσα άλλα επίσης θεουργικά φώτα, σύμφωνα με τα Λόγια, μας εδώρισε αποκαλυπτικώς η κρυφία παράδοσις των ενθέων οδηγητών μας, αυτά τα έχομε μυηθή κι εμείς˙ τώρα μεν τα έχομε μυηθή, αναλόγως προς τις ικανότητές μας, διά των ιερών παραπετασμάτων που η θεία φιλανθρωπία μάς προσφέρει με τους λόγους και τις ιερές παραδόσεις, καλύπτοντας τα νοητά με αισθητά και τα υπερούσια με τα όντα, επενδύοντας τα αμόρφωτα και ατύπωτα με μορφές και τύπους, πληθύνοντας και παριστάνοντας την υπερφυή και ασχημάτιστη απλότητα με την ποικιλία των μεριστών συμβόλων˙»

(μετ. Παν. Χρήστου, στη σειρά Ε.Π.Ε., Φιλοκαλία των νηπτικών και ασκητικών, τομ. 3. σελ. 53, εκδόσεις Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Θεσσαλονίκη 1986)
 
***
Σχόλιο Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού

«Ει φιλανθρωπίας εστί το τοις ατυπώτοις και αμορφώτοις και τοις απλοίς και ασχηματίστοις μορφάς και τύπους προτιθέναι προς την ημετέραν αναλογίαν, πως τα μορφαίς και σχήμασιν οραθέντα μη αναλόγως ημίν εικονίσομεν προς μνήμην και την εκ της μνήμης προς ζήλον κίνησιν;»

«Εάν είναι πράξη φιλανθρωπίας το να δίνει κανείς μορφές και τύπους σ’ αυτά που είναι ατύπωτα και αμορφοποίητα και στα απλά και ασχημάτιστα, ανάλογα προς τις δικές μας προσλαμβάνουσες παραστάσεις, πώς να μην εικονίσουμε, ανάλογα προς την αντιληπτική ικανότητα, αυτά που έγιναν ορατά με μορφές και σχήματα, για να διατηρούμε τη μνήμη τους και από τη μνήμη να παρακινούμαστε προς μίμηση;»

(μετ. Παναγιώτη Παπαευαγγέλου, στη σειρά Ε.Π.Ε., Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Έργα, τομ. 3 σελ. 68-69, εκδόσεις Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Θεσσαλονίκη 1990)

(3)
Του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου Περί Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας κεφ. Α’ § 2

«Αλλ’ αι μεν υπέρ ημάς ουσίαις και τάξεις, ων ήδη μνήμην ιεράν εποιησάμην, ασώματοί τε εισι, και νοήτή και υπερκόσμιος εστιν η κατ’ αυτάς ιεραρχία˙ την καθ’ ημάς δε ορώμεν αναλόγως ημίν αυτοίς τη των αισθητών συμβόλων ποικιλία πληθυομένην, υφ’ ων ιεραρχικώς επί την ενοειδή θέωσιν εν συμμετρία τη καθ’ ημάς αναγόμεθα, Θεόν τε και θείαν αρετήν. Αι μεν, ως νόες, νοούσι κατά το αυταίς θεμιτόν, ημείς δε αισθηταίς εικόσιν επί τας θείας, ως δυνατόν αναγόμεθα θεωρίας».

«Αλλά οι επάνω από μας ευρισκόμενες ουσίες και τάξεις, τις οποίες εμνημόνευσα ήδη ευλαβώς, είναι ασώματες και η ιεραρχία τους είναι ιερή και υπερκόσμια. Αντιθέτως την ανθρώπινη ιεραρχία τη βλέπουμε σύμφωνα με τη φύσι μας να πληθύνεται με τη βοήθεια των αισθητών συμβόλων, με την βοήθεια των οποίων κατά την ικανότητά μας ανυψωνόμαστε ιεραρχικώς προς την ενοειδή θέωσι, προς τον Θεό και την θεία αρετή. Εκείνες οι ουράνιες ουσίες, σαν νόες που είναι, αντιλαμβάνονται τα θεία νοερώς κατά το θεμιτό σ’ αυτές˙ εμείς όμως ανυψωνόμαστε προς τις θείες θεωρίες κατά τις δυνάμεις μας με τις αισθητές εικόνες».


(μετ. Παν. Χρήστου, στη σειρά Ε.Π.Ε., Φιλοκαλία των νηπτικών και ασκητικών, τομ. 3. σελ. 341, εκδόσεις Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Θεσσαλονίκη 1986)

Η οντολογία της θεοποιού Χάριτος κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά

 


Δημητρίου Ι. Τσελεγγίδη
 Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΠΟΙΟΥ ΧΑΡΙΤΟΣ
ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΥΠΕΡΜΑΧΟ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ*
 *Αποτελεί επεξεργασμένη μορφή μιας παραγράφου της μελέτης μας, Χάρη και ελευθερία κατά την Πατερική Παράδοση του ΙΔ’ αιώνα, Θεσσαλονίκη 1987, σ. 21-39.
Η Χάρη του Θεού κατά την θεολογία και την πνευματική εμπειρία των Πατέρων της Ορθόδοξης Ανατολής αποτελεί θεολογικό όρο με σαφές δογματικό περιεχόμενο. Ο όρος «Χάρις Θεού» στο πλαίσιο της θεολογίας δηλώνει κατά τον ησυχαστή άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά μία συγκεκριμένη φυσική και ουσιώδη ενέργεια του Θεού, που όταν γίνεται μεθεκτή, θεώνει χαρισματικώς τους μετόχους της[1]. Είναι κατά συνέπεια προφανής η σωτηριολογικού χαρακτήρα σημασία της, γι’ αυτό και δεν πρέπει να ταυτίζεται με τις άλλες ενέργειες[2] του Τριαδικού Θεού.
O άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς θεμελιώνει βιβλικώς τον όρο «χάρις» προσδίδοντας ιδιαίτερη θεολογική σημασία σε διάφορες λεκτικές διαρυπώσεις τόσο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης, που υποδηλώνουν τον δογματικό χαρακτήρα της. Ειδικότερα, αναφερόμενος στο χωρίο της Παλαιάς Διαθήκης: «Κύριος υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν» [3], ταυτίζει την διδόμενη στους ταπεινούς χάρη με την θεία Χάρη, η οποία «διά φωτός επιφαίνεται» [4]. Παράλληλα, επαναλαμβάνει την χριστολογική ερμηνεία του ιερού Χρυσοστόμου[5] στο ψαλμικό χωρίο: «εξεχύθη χάρις εν χείλεσί σου» [6], για να διακηρύξει τον άκτιστο χαρακτήρα της θείας Χάριτος[7], ενώ προσεγγίζοντας ερμηνευτικά το χωρίο του προφήτη Ιερεμία: «εμέ εγκατέλιπον πηγήν ύδατος ζώντος» [8] παρατηρεί, ότι το «ζων ύδωρ» είναι η θεία Χάρη και ενέργεια του Αγίου Πνεύματος[9]. Αλλά, η θεία Χάρη ως δόξα και λαμπρότητα του Θεού είναι κατά τον Παλαμά το «φως», με το οποίο περιβάλλεται ο Θεός κατά τον Ψαλμωδό[10]. Το φως αυτό είναι το θείο και άυλο «πυρ», που φωτίζει τις ψυχές των ανθρώπων[11] και τους καθοδηγεί[12] προς τον Θεό. Άλλωστε, και ο «άρτος των αγγέλων», που κατά τον Ψαλμωδό έφαγε ο λαός του Θεού στην έρημο[13], είναι κατά τον Παλαμά αυτό το φως της θείας Χάριτος[14], με το οποίο τρέφονται πνευματικώς οι άγγελοι αλλά και οι πνευματικοί άνθρωποι.
Φανέρωση του φωτός αυτού της θείας Χάριτος έχουμε στη φλεγόμενη και μη κατακαιόμενη βάτο[15], στο πρόσωπο του Μωυσή, όταν κατέβηκε από το όρος Σινά κρατώντας τον «Δεκάλογο» των θείων εντολών[16], στην ανάληψη του προφήτη Ηλία στον ουρανό με το «άρμα πυρός»[17], αλλά και στον «ως υπό πυρός καιόμενον τα σπλάχνα» προφήτη Ιερεμία[18].
Τέλος, στο χωρίο του προφήτη Ιωήλ: «εκχεώ από του πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα» [19] επισημαίνει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς την θεία Χάρη, που επαγγέλθηκε ο Χριστός στους μαθητές του και σε όλους τους πιστούς του[20], μέσω των μυστηρίων της Εκκλησίας του.
Αλλά, η Χάρη του Θεού, που προαναγγέλθηκε στην Παλαιά Διαθήκη και αποκαλύφθηκε μερικώς μέσα στην ιστορία της, παρέχεται πλούσια μέσα στη νέα πραγματικότητα, που εγκαινίασε η ενανθρώπηση του Θεού Λόγου και η έλευση του Παρακλήτου. Η Παλαιά Διαθήκη, η Καινή Διαθήκη και η μέλλουσα βασιλεία του Θεού, κατά τον υπέρμαχο του Ησυχασμού, δεν χωρίζονται στεγανώς, αλλά συνδέονται λειτουργικώς. Έτσι, η «εν φωτί δόξα του Θεού», που είδαν, αν και αμυδρότερα, οι προφήτες Μωυσής και Ηλίας αποτελούν σύμβολα[21] και τύπους της θεοφάνειας του Θαβώρ, ενώ η άκτιστη δόξα της μεταμορφώσεως του Χριστού αποτελεί προοίμιο και σύμβολο της ίδιας δόξας, που θα αποκαλυφθεί στη μέλλουσα βασιλεία[22].
Ο υπέρμαχος του Ησυχασμού διακρίνει σαφώς στα κείμενά του την αΐδια ύπαρξη του Αγίου Πνεύματος ως προσώπου από την εν χρόνω αποστολή του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο ταυτίζοντας απερίφραστα την φανέρωση του Αγίου Πνεύματος με την Χάρη και την ενέργειά του. Έτσι, όταν ο Παλαμάς αναφέρεται στο «καταβαίνον πνεύμα» κατά την βάπτιση του Χριστού, [23] παρατηρεί, ότι αυτό δεν είναι η υπόσταση του Αγίου Πνεύματος, όπως εσφαλμένα νομίζει ο Ακίνδυνος, αλλά η όλη Χάρη και ενέργειά του[24]. Αλλά και η θαυματουργική δύναμη του Χριστού, η οποία κατά τον Ευαγγελιστή Λουκά «ιάτο πάντας» [25] και ο θαυμασμός του λαού «επί τοις λόγοις της χάριτος τοις εκπορευομένοις εκ του στόματος αυτού» [26], οφείλονταν στην ίδια θεία Χάρη, «δι’ ης εδίδασκε και δι’ ης εθαυματούργει ο Χριστός» [27]. Οι «λόγοι της Χάριτος», άλλωστε, που έβγαιναν από το στόμα του Χριστού, αποκλείουν όχι μόνο το αυθυπόστατο της θείας Χάριτος αλλά και την ταύτισή της με την υπόσταση του Αγίου Πνεύματος[28]. Αυτή την Χάρη την ονομάζει ο Χριστός «πνεύμα» λέγοντας ότι «τα ρήματα α εγώ λαλώ υμίν πνεύμά εστι και ζωή εστιν» [29]. Εύλογα, λοιπόν, ταυτίζει ο μεγάλος ησυχαστής ιεράρχης την θεία Χάρη με την χαρισματική παρουσία του Αγίου Πνεύματος, σημειώνοντας επιγραμματικά ότι η «κυρίως παρά του θείου πνεύματος εκχεομένη χάρις πνεύμα άγιον εστίν» [30].